Δεν

Δεν

Το Σάββατο, όπως...

Επέτειος

Επέτειος

Το «Μια Εποχή Στο...

Μπάτσων

Μπάτσων

Ποτέ δεν είσαι...

Μαργαρίτης

Μαργαρίτης

Στις 17 Δεκεμβρίου...

Ασταδιάλα

Ασταδιάλα

Ναι, ρε Παοκάρα, ναι,...

Cobalt

Cobalt

Αυτός είναι ο Φώτης....

Zωές

Zωές

Τους παρατηρούσα...

Σχέδιο

Σχέδιο

Ο μπαμπάς μόλις είχε...

Απορία

Απορία

Πλησίαζε το...

Άουτ

Άουτ

Η «Τούμπα-Κόλαση»...

Ζάχαρο

Ζάχαρο

Το κυλικείο της 4...

Ranking

Ranking

Από την έναρξη του...

  • Δεν

    Δεν

    Tuesday, 06 November 2018 14:41
  • Επέτειος

    Επέτειος

    Friday, 02 November 2018 15:39
  • Μπάτσων

    Μπάτσων

    Thursday, 01 November 2018 22:47
  • Μαργαρίτης

    Μαργαρίτης

    Tuesday, 30 October 2018 23:33
  • Ασταδιάλα

    Ασταδιάλα

    Thursday, 25 October 2018 23:58
  • Cobalt

    Cobalt

    Friday, 19 October 2018 22:56
  • Zωές

    Zωές

    Friday, 19 October 2018 01:22
  • Σχέδιο

    Σχέδιο

    Wednesday, 10 October 2018 18:36
  • Απορία

    Απορία

    Thursday, 27 September 2018 08:48
  • Άουτ

    Άουτ

    Sunday, 23 September 2018 11:26
  • Ζάχαρο

    Ζάχαρο

    Sunday, 23 September 2018 01:11
  • Ranking

    Ranking

    Wednesday, 15 August 2018 18:54

4 0Δεν πρόκειται ποτέ να χαρούμε τίποτα, πάει και τελείωσε. Τους ρίχνουμε τέσσερα γκολ, γράφει ένας πως έφταιγε ο διαιτητής (για τα τέσσερα γκολ) και όχι ο Κλωναρίδης που έπαιζε με δύο αριστερά παπούτσια, τους αρέσει, το παπαγαλίζουν από τον Απρίλιο μέχρι σήμερα, δίχως να συνδυάζουν εκείνη την τεσσάρα με την προχθεσινή, την κατάντια της ομάδας τους που πανηγύριζε στην Τούμπα την τρίτη θέση στο Πρωτάθλημα περισσότερο κι από την πρόκριση στο Γουέμπλεϊ, όλα όσα συνέβησαν τους τελευταίους οκτώ μήνες στον Παναθηναϊκό για να φτάσει εκεί όπου έφτασε.

Τους ξαναρίχνουμε τέσσερα γκολ, γκρινιάζουν επειδή δεν τους λυπηθήκαμε, επειδή τους κοροϊδεύουμε και επειδή τους προσβάλλουμε. Και όσο το σκέφτομαι, συμπεραίνω πως, όντως, έχουν βάση αυτά που μας λένε δυο μέρες οι βάζελοι φίλοι μας και αντιδρούν με παράπονο: Δεν ξέρουν τι πάει να πει να σου κάνουν καζούρα. Δεν ξέρουν, άρα ό,τι κι αν λέμε πάει στο βρόντο.

Καζούρα είναι όλα αυτά που μας λέγατε τόσες δεκαετίες, με τη διαφορά πως φέτος σας τα λέμε εμείς. Απλό είναι, δεν έχει κάτι περίπλοκο. 110 χρόνια ιστορίας φτάνει ο Παναθηναϊκός, είναι η πρώτη φορά που «κινδυνεύει», δεν ξέρετε πώς να φερθείτε. Κατανοητό. Εμείς ξέρουμε. Εμείς σας ακούμε από τότε που δεν είχαμε βγάλει ακόμα μούσια στο πρόσωπό μας, πιτσιρικάδες, τι σας έκανε ο Βαζέχα, σας έσκισε ο Σαραβάκος, Κύπελλο, Πρωτάθλημα, κι άλλο Κύπελλο, κι άλλο Πρωτάθλημα η Πανάθα, εμείς Ευρώπη εσείς στο Νευροκόπι, πρεσβευτής, Ευρωπαίος, πάλι δεν κληρωθήκατε με κανέναν, πάλι δεν βγήκατε Ευρώπη, ρε ούτε στην πρώτη καρτέλα της βαθμολογίας δεν είστε, Παοκάκια. Να αφανιστείτε, να πέσετε στη Βήτα, να διαλυθείτε, καλά σας κάνει ο Βουλινός, καλά σας κάνει ο Μπατατούδης, καλά σας κάνει ο Γούμενος. Πεντάρα το 1986, πεντάρα το 1992, πεντάρα το 1993, πεντάρα το 1996, πεντάρα το 2001, τεσσάρα το 2009, τεσσάρα στον τελικό του 2014. Καζούρα ατελείωτη, μιλιά ο Παοκτσής, τι να πει, μετρούσε τα γκολ και συνέχιζε να φωνάζει για την Παοκάρα που ζούσε μονάχα μέσ’ στο κεφάλι του, να βρίζει τους ξεφτίλες παίκτες του, τις διοικήσεις, τους προπονητές και να κλαίει από μέσα του, ψάχνοντας δύναμη για να ξαναπάει στο γήπεδο την άλλη εβδομάδα. Στη δική μας πρώτη τεσσάρα δεν ασχοληθήκαμε καν με τον αντίπαλο αλλά απλώς αναβάλαμε το ντου στη δική μας διοίκηση, στην δεύτερη τεσσάρα πάλι δεν πολυασχοληθήκαμε επειδή ψάχναμε εισιτήρια για τον τελικό, ε, ήρθε η τρίτη τεσσάρα και ξέσπασε όλο αυτό το πράμα. Καζούρα λέγεται, πλάκα, διαρκεί συνήθως δυο-τρεις μέρες κάθε φορά και μετά ξεχνιέται, τα ξέρουμε εμείς όλα αυτά, έχουμε περάσει πολλά βράδια κλεισμένοι στο σπίτι επειδή δεν είχαμε μούτρα να πάμε στο καφενείο, έχουμε την τεχνογνωσία. Ούτε στη Β’ Εθνική θα πέσει ο Παναθηναϊκός, ούτε θα διαλυθεί, στους εκατό πλουσιότερους Έλληνες οι μισοί είναι παναθηναϊκοί, έναν στην τύχη να πείσουν να τους αναλάβει σώθηκαν σε μια μέρα.

Όταν ο Βουλινός πήρε την ομάδα να φύγει από το ΟΑΚΑ μας βρίζατε για «unfair». Ταυτόχρονα, φωνάζατε ομαδικά «Βου-Βου-Βούλγαροι». Στο 5-0 κανείς σας δεν πανηγύριζε, όλοι γελούσαν, το πέταλο συνέχιζε «Βου-Βου-Βούλγαροι» επειδή εμείς δεν σταματούσαμε το τραγούδι παρά τα πέντε γκολ στην πλάτη και το εικοσάλεπτο που έμενε ως τη λήξη, που φάνταζε εφιαλτικό, πόσα θα φάμε, πού θα σταματήσει ο πίνακας που έχει γεμίσει και δεν χωράνε άλλα ονόματα. Ούτε διαιτησίες, ούτε γκρίνιες, έτρωγε ο Παοκτσής τρία και τέσσερα και πέντε γκολ κι έμπαινε στο πούλμαν να γυρίσει Θεσσαλονίκη, κανείς δεν του έφταιγε εκτός από τη δική του ομάδα που για ακόμα μία φορά δεν έπαιξε μπάλα όπως παίζει αυτός. Κι από κανέναν βάζελο δεν ζήτησε εξηγήσεις για όσα άκουγε -εκτός από τη διαχρονική επιτυχία της πράσινης κερκίδας, το «Βου-Βου-Βούλγαροι», που ένας βάζελος στριμωγμένος στον τοίχο, βρισκόμενος στον αέρα και δίχως να μπορεί να πάρει ανάσα, μια φορά, στην Καβύλη του Έβρου, κουνούσε με αγωνία το κεφάλι στην ερώτηση «λέγε, ρε, είμαστε στον ελληνικό ή στον βουλγάρικο στρατό τώρα, είμαι Βούλγαρος ή Έλληνας εγώ που κάνω περίπολο στο ποτάμι μαζί σου με τους Τούρκους απέναντι» κι όταν τον άφησε ο Παοκτσής συνάδελφός του να πέσει έβαλε τα κλάματα και υποσχέθηκε να μην ξαναπεί αυτήν τη λέξη.

Ούτε περήφανος νιώθω επειδή κερδίσαμε 4-0, ούτε ντροπή ένιωθα όταν χάναμε με τέτοια σκορ στην Αθήνα. Δεν παίζω μπάλα, δεν διαλέγω τους παίκτες, δεν τους προπονώ -η δική μου δουλειά είναι άλλη και την κάνω καλά, αλλά λίγη σχέση έχει με το τελικό σκορ στον πίνακα κάθε ματς. Όμως την καζούρα, την αύρα που παίρνω ή χάνω ανάλογα με το αποτέλεσμα ενός αγώνα, δεν μπορείς να μου τη στερήσεις επειδή είσαι κομπλεξικός. Να μου την κάνεις εσύ τριάντα, σαράντα χρόνια κι εγώ να μη σου την κάνω ποτέ επειδή είσαι ξινός, επειδή είσαι καλομαθημένος, επειδή έμαθες να ζεις την κερκίδα σαν πλουσιόπαιδο που δεν ξέρει και δεν πρέπει να χάνει ποτέ. Θα με ακούς και θα με διαβάζεις μέχρι να βαρεθώ να ασχολούμαι μαζί σου, δηλαδή μέχρι να αρχίσει το επόμενο ματς, που αν το κερδίσω θα κάνω καζούρα στους επόμενους κι αν το χάσω θα μου κάνουν αυτοί. Δεν ξεχωρίζεις την πλάκα από τα σοβαρά, το πρόβλημα το έχεις εσύ.

Επειδή εγώ ξέρω να τα ξεχωρίζω, σε ενημερώνω πως σε καμάρωσα πριν από δέκα μέρες όταν πλακώθηκες με τους ρουφιάνους της κερκίδας σου, που έβριζες τον Βαρδινογιάννη και βρέθηκαν ξεφτίλες να σε γιουχάρουν και να σηκώσουν χέρι πάνω σου επειδή θέλεις να καθαρίσεις τη βρομιά και τη σαπίλα από την ομάδα σου που έχει καταστρέψει και τις δικές μου Κυριακές πριν από είκοσι και βάλε χρόνια. Κι όποτε μου δίνεται η ευκαιρία, δεν τη χάνω να πω για ακόμα μια φορά πως η κερκίδα σου είναι η μοναδική από τις τρεις μεγάλες αθηναϊκές κερκίδες που ακόμα δεν προσκύνησε τον αφέντη, δεν επέτρεψε στη μειοψηφία των τεράτων και τον τραμπούκων να ξεφτιλίσει την ιστορία της για να εξυπηρετήσει τα συμφέροντα του αφεντικού. Και σε ενημερώνω, επίσης, πως στην επιστροφή από τον τελικό του ΟΑΚΑ η πιο μεγάλη μου στενοχώρια ήταν που κάποιοι δικοί μου χειροκροτούσαν όταν τις έτρωγες από τους μπάτσους και όχι απ’ την τεσσάρα και την απώλεια του Κυπέλλου. Μαθημένος είμαι να χάνω, μαθημένος να πολεμάω για να ξαναχάσω, μαθημένος να γνωρίζω εκ των προτέρων πως όλες μου οι μάχες είναι χαμένες πριν τις αρχίσω. Γι’ αυτό με έβγαζες φωτογραφίες στον τελικό. Γι’ αυτό μας τύφλωναν τα φλας από τα κινητά της κερκίδας σου. Επειδή με θαυμάζεις που αντέχω να χάνω, να γίνομαι δυνατότερος και να ξανασηκώνομαι κάθε φορά, όσα κι αν μου λες, όσα κι αν μου ‘χεις κάνει. Η δική σου συμπεριφορά είναι μια θλίψη. Χαλάς το παιχνίδι. Δεν ξέρεις να παίζεις. Άντε, να ανεβεί ο Άρης να κάνουμε καμιά καζούρα της προκοπής.

Μια Εποχή Στο Τσιμέντο

ISOVITIS COVER 400Η ενηλικίωση ενός εφήβου στις τσιμεντένιες κερκίδες της δεκαετίας του ’90, μιας συναρπαστικής οπαδικής περιόδου που άφησε σακατεμένους όσους επέζησαν από τις παγίδες της. Οι εκδρομές, τα συνθήματα, οι πέτρες, τα κλομπ, η πρέζα που μύρισε κάθε φλέβα δεμένη με δίχρωμο κασκόλ.

Ο παράλληλος κόσμος που οι περισσότεροι αγνοούν ή προσποιούνται πως αγνοούν – μια ωδή στην κοινή ουτοπία των «χούλιγκαν», στα παιδιά που δε μεγάλωσαν, στις ζωές που δε θα αφηγηθεί κανείς πέρα από όσους τις είδαν να σβήνουν, Κυριακή με Κυριακή, στις γαλαρίες των πούλμαν και στα κάγκελα των γηπέδων.

Συνάμα, μια νοσταλγική ματιά, σε πρώτο πρόσωπο, από ένα μέλος της κερκίδας του ΠΑΟΚ, που απλώνει στο χαρτί καθετί σοβαρό ή αστείο, σημαντικό ή ασήμαντο μπορεί να ανασύρει από τη μνήμη του, από την πρώτη του στιγμή στους καπνούς του πετάλου μέχρι την τραγωδία που έκλεισε και σημάδεψε ολόκληρη τη δεκαετία, ορίζοντας και το τέλος της «Old School» γενιάς που έθεσε τους κανόνες της οπαδικής ζωής ουρλιάζοντας, χοροπηδώντας κι αιμορραγώντας στα γήπεδα και στους δρόμους.

FB