Ψυχές

Ψυχές

Στις 8...

Νύχτα

Νύχτα

Οι ανακοινώσεις...

Μαχαίρι

Μαχαίρι

Βγήκα με το...

Ροναλντίνιο

Ροναλντίνιο

Ο όρος...

Ντουκαντάμ

Ντουκαντάμ

Η δεύτερη...

Τζιμάκος

Τζιμάκος

Η πρώτη φορά ήταν με τον...

Σχολή

Σχολή

Η ομιλία του...

Αντικειμενικός

Αντικειμενικός

«Ναι, αλλά για το...

Κυρπαντελής

Κυρπαντελής

Στις 20 Αυγούστου 2015...

Τέλειο

Τέλειο

Τη μέρα που αγόρασα...

2017

2017

3 Ιανουαρίου,...

Κάλαντα

Κάλαντα

Ο στενός κύκλος,...

  • Ψυχές

    Ψυχές

    Thursday, 08 February 2018 10:29
  • Νύχτα

    Νύχτα

    Wednesday, 24 January 2018 22:16
  • Μαχαίρι

    Μαχαίρι

    Friday, 19 January 2018 12:02
  • Ροναλντίνιο

    Ροναλντίνιο

    Thursday, 18 January 2018 17:06
  • Ντουκαντάμ

    Ντουκαντάμ

    Wednesday, 17 January 2018 13:59
  • Τζιμάκος

    Τζιμάκος

    Saturday, 13 January 2018 23:55
  • Σχολή

    Σχολή

    Saturday, 13 January 2018 22:15
  • Αντικειμενικός

    Αντικειμενικός

    Sunday, 07 January 2018 15:23
  • Κυρπαντελής

    Κυρπαντελής

    Thursday, 04 January 2018 16:57
  • Τέλειο

    Τέλειο

    Sunday, 31 December 2017 23:26
  • 2017

    2017

    Sunday, 31 December 2017 10:52
  • Κάλαντα

    Κάλαντα

    Sunday, 31 December 2017 10:30

isovΤο αρχείο που περιείχε το αρχικό υλικό από το οποίο θα προέκυπτε το «Μια Εποχή Στο Τσιμέντο» ήταν διπλάσιο σε όγκο από την τελική του μορφή. Αγχωμένος να μην αφήσω απ’ έξω «κάτι σημαντικό», είχα απλώσει σε ένα ογκώδες σύγγραμμα περίπου οκτακοσίων σελίδων ό,τι υπήρχε στο μυαλό μου, με τη σκέψη «θα τα ξεδιαλέξουμε στη συνέχεια». Η διαδικασία της συγγραφής είχε ήδη φτάσει τα σχεδόν τρία χρόνια, έγραφα καθημερινά, όσο επίπονα κι αν ήταν αυτά που έρχονταν στη μνήμη από την εποχή που έζησα προς, από και γύρω από τις κερκίδες τη δεκαετία του ’90, ανακατεύοντας τα ζόρικα με τα ευχάριστα και αυτά που θα ‘θελα να ξεχάσω μ’ αυτά που θα ‘θελα να ζήσω ξανά. Αλλά, όσο εύκολα κυλούσε η γραφή κι όσο γέμιζαν οι σελίδες με λέξεις, αυτό που δεν είχα καμία διάθεση να σκεφτώ, έστω και για μια στιγμή κάνοντας διάλειμμα, ήταν «ο τίτλος». Όπως και με τα μικρά κεφάλαια του βιβλίου, όπου πάντα βάζω μια λέξη που μπορεί να αντικατοπτρίζει το κείμενο που ακολουθεί αλλά μπορεί και όχι, δεν κάθισα ποτέ να περιμένω την έμπνευση για έναν τίτλο που θα περιλάμβανε όλα μαζί τα κείμενα του βιβλίου. Συνεπώς, έβαλα έναν «working title» απλώς για να ονομαστεί κάπως το αρχείο και το έστειλα.

Από την πρώτη μας συνάντηση, ο Άρης ο Μαραγκόπουλος μου έδωσε να καταλάβω πως το βιβλίο θα εκδοθεί στη μορφή που θέλω εγώ να εκδοθεί, θα περιλαμβάνει τα κείμενα που εγώ θέλω να περιλαμβάνει και θα έχει ως τίτλο αυτό που θα επιλέξω εγώ να έχει ως τίτλο. Δηλαδή η πλήρης ελευθερία στην κυριολεξία της. Στην επεξεργασία που ακολούθησε, τα κείμενα δουλεύτηκαν νυχθημερόν, παρέμειναν σχεδόν τα πάντα δίχως εκπτώσεις, αλλά ακολουθώντας συμβουλές και οδηγίες από τους ανθρώπους που βρέθηκαν δίπλα μου εκείνο το διάστημα κατάφερα, με έναν μαγικό, τώρα που το σκέφτομαι, τρόπο, να μειώσω τον όγκο στο μισό. Να το κάνω πιο συμπαγές, να λέει τα ίδια πράγματα με λιγότερες λέξεις, να δυναμώσει κάθε λέξη και να μιλάει για δυο. Το αρχείο πηγαινοερχόταν, διορθωνόταν, μαζευόταν, διαβαζόταν για άλλη μια φορά απ’ την αρχή ως το τέλος, κάτι έλειπε, έμπαινε, κάτι περίσσευε, έβγαινε, πέρασαν μήνες, κάηκαν χιλιάδες τσιγάρα στο αριστερό χέρι όσο το δεξί πάλευε να βρει τους δρόμους ανάμεσα στις λέξεις που θα τυπώνονταν και αυτές που θα θυσιάζονταν ώστε οι συνεργάτες τους να αποδώσουν την ιστορία καλύτερα, και σε όλο αυτό το διάστημα το αρχείο παρέμενε με τον πρώτο, προσωρινό του τίτλο. «Μια μέρα θα σου ‘ρθει χωρίς να το καταλάβεις», έλεγε ο Άρης.

Κι ήρθε ο τίτλος την ώρα που τον έγραφα σε μια παράγραφο που με παίδευε από την αρχή, στην πιο δύσκολη, ίσως, παράγραφο που χρειάστηκε να γράψω για το βιβλίο, εκεί όπου έπρεπε να καταθέσω τα όπλα, να παραδεχθώ πως όλα αυτά τα μεγαλειώδη και τα ηρωικά και τα περιπετειώδη και τα σπουδαία που θυμάμαι να έζησα μόνος μου ή παρέα με τους ασπρόμαυρους συντρόφους της νιότης μου κάποτε έφτασαν σε μια γραμμή που έγραφε «τέλος». Ένα τέλος που έδωσε τη θέση του σε μιαν άλλη αρχή, παρόμοια, συναρπαστική, αλλά μια αρχή που δεν περιλάμβανε, πια, εμένα και όλους τους άλλους σαν εμένα στην πρώτη γραμμή αλλά λίγο πιο πίσω. Το τέλος του βιβλίου και της γενιάς που πρωταγωνιστεί σε αυτό σηματοδοτήθηκε από το τέλος μιας ολόκληρης εποχής και την αρχή της επόμενης κι αν υπήρξε μια λέξη που να χαρακτήριζε την εποχή που τελείωσε μαζί με τον προηγούμενο αιώνα ήταν ο τόπος, το φυσικό περιβάλλον όπου έζησαν και ενηλικιώθηκαν και πέθαναν όσοι βρέθηκαν δίπλα ή παράλληλα μ’ εμένα σ’ αυτή: Το τσιμέντο. Το έστειλα σε όλους: «Μια Εποχή Στο Τσιμέντο, αυτός θα είναι ο τίτλος». Και δεν είπε κανείς τίποτα, συμφώνησαν όλοι μονολεκτικά.

Στράβωμα

Στράβωμα

ΠΑΟΚ-Παναθηναϊκός 2-3. Το ξέρω πως μερικοί πιστεύουν ότι καμιά φορά γράφω υπερβολές για τη μικρή χου ...

Read more
Γκόμενα

Γκόμενα

Τη γνώρισα όταν ήμουν 15 χρονών. Τρομερή γκόμενα, από τις ωραιότερες γυναίκες που υπήρχαν, εκείνη τη ...

Read more
Η Ζωή Μετά (2002)

Η Ζωή Μετά (2002)

Η περίοδος 2001-2002 ήταν η τ&e ...

Read more
Μάκης

Μάκης

Ο Μάκης στέκεται στην πόρτα και όλο το προσωπικό έχει κάνει μια ουρά μπροστά του. Ποδοσφαιριστές, τε ...

Read more
Ρεκόρ

Ρεκόρ

14 Μαρτίου 1971, ο ΠΑΟΚ τ&omicro ...

Read more
Τσίμπα

Τσίμπα

«Τσίμπα μου ένα παπάρι, ρε καραγκιοζάκο». Αυτό έχω μόνο να δηλώσω, δε βρίσκω κάτι άλλο να πω για το ...

Read more
Ζαμάλεκ

Ζαμάλεκ

Είχε πάει, λέει, ως το αεροδρόμιο ένα φίλο Αιγύπτιο που γυρνούσε στην πατρίδα. Από πότε έχεις φίλους ...

Read more
Δύο

Δύο

Σήμερα η σελίδα isovitis.gr κ& ...

Read more
Γιαμάχα

Γιαμάχα

Η τριμελής επιτροπή &ep ...

Read more
Παστέλι

Παστέλι

Πάντα με γοήτευε η προέλευση των φράσεων που λέμε στην καθημερινότητα. Μια ζωή την ψάχνω όταν ακούω ...

Read more
Απόβλητο

Απόβλητο

Θα είναι τώρα πενηντάρ& ...

Read more
Χωριά

Χωριά

Ποιος πιστεύει πως φέτος μπορούμε να πάρουμε το Europa League; Δε βλέπω κανένα χέρι. Ποιος πιστεύει ...

Read more

Μια Εποχή Στο Τσιμέντο

ISOVITIS COVER 400Η ενηλικίωση ενός εφήβου στις τσιμεντένιες κερκίδες της δεκαετίας του ’90, μιας συναρπαστικής οπαδικής περιόδου που άφησε σακατεμένους όσους επέζησαν από τις παγίδες της. Οι εκδρομές, τα συνθήματα, οι πέτρες, τα κλομπ, η πρέζα που μύρισε κάθε φλέβα δεμένη με δίχρωμο κασκόλ.

Ο παράλληλος κόσμος που οι περισσότεροι αγνοούν ή προσποιούνται πως αγνοούν – μια ωδή στην κοινή ουτοπία των «χούλιγκαν», στα παιδιά που δε μεγάλωσαν, στις ζωές που δε θα αφηγηθεί κανείς πέρα από όσους τις είδαν να σβήνουν, Κυριακή με Κυριακή, στις γαλαρίες των πούλμαν και στα κάγκελα των γηπέδων.

Συνάμα, μια νοσταλγική ματιά, σε πρώτο πρόσωπο, από ένα μέλος της κερκίδας του ΠΑΟΚ, που απλώνει στο χαρτί καθετί σοβαρό ή αστείο, σημαντικό ή ασήμαντο μπορεί να ανασύρει από τη μνήμη του, από την πρώτη του στιγμή στους καπνούς του πετάλου μέχρι την τραγωδία που έκλεισε και σημάδεψε ολόκληρη τη δεκαετία, ορίζοντας και το τέλος της «Old School» γενιάς που έθεσε τους κανόνες της οπαδικής ζωής ουρλιάζοντας, χοροπηδώντας κι αιμορραγώντας στα γήπεδα και στους δρόμους.