Πιάτσα

Πιάτσα

Τα τελευταία...

Καζούρα

Καζούρα

Δεν πρόκειται ποτέ...

Ξυστό

Ξυστό

Η εκδρομή είχε...

30

30

Εκείνη η στιγμή, πέντε...

Κεφτέδες

Κεφτέδες

Θυμάμαι που ξάπλωνα...

Τίτλος

Τίτλος

Το αρχείο που...

Τόλιος

Τόλιος

Δεν μπορούσαμε να...

Μηδέν

Μηδέν

Πόσο έτοιμοι...

Τέρατα

Τέρατα

Τα τέρατα μας...

Ωράρια

Ωράρια

Πέρσι είχα κάνει...

Γιαμάχα

Γιαμάχα

Η τριμελής επιτροπή...

Συνταγή

Συνταγή

Δεν είναι εύκολο...

  • Πιάτσα

    Πιάτσα

    Wednesday, 13 December 2017 12:20
  • Καζούρα

    Καζούρα

    Tuesday, 12 December 2017 14:12
  • Ξυστό

    Ξυστό

    Friday, 08 December 2017 15:10
  • 30

    30

    Wednesday, 06 December 2017 20:22
  • Κεφτέδες

    Κεφτέδες

    Saturday, 02 December 2017 13:48
  • Τίτλος

    Τίτλος

    Friday, 01 December 2017 10:03
  • Τόλιος

    Τόλιος

    Wednesday, 29 November 2017 21:08
  • Μηδέν

    Μηδέν

    Wednesday, 29 November 2017 12:12
  • Τέρατα

    Τέρατα

    Monday, 27 November 2017 19:41
  • Ωράρια

    Ωράρια

    Monday, 20 November 2017 15:26
  • Γιαμάχα

    Γιαμάχα

    Thursday, 16 November 2017 20:25
  • Συνταγή

    Συνταγή

    Thursday, 16 November 2017 00:23

cover picture 1Λίγο μετά τα Χριστούγεννα έμεινα από απουσίες. Όλοι οι καθηγητές της Γ’ Λυκείου βοηθούσαν, άλλος κάνοντας τα στραβά μάτια, άλλος σβήνοντας απουσίες για να με διατηρεί κάτω από το όριο των 64 αδικαιολόγητων που σε άφηναν στην ίδια τάξη. Ήδη, από το ταξίδι στο Παρίσι τρεις μήνες νωρίτερα, είχα γράψει μαζεμένες 34 – έχασα κι άλλες μέρες στη ρεβάνς με την οργάνωση της εκδρομής και μετά με τις ανακρίσεις και τα απόνερα των επεισοδίων, το μπάσκετ είχε Πέμπτη παρά Πέμπτη ευρωπαϊκό στην πορεία για το Φάιναλ Φορ, δεν μπορούσα να λείπω, με βρήκε η νέα χρονιά οριακά.

Αλλά όσο κι αν πάλευαν από το σχολείο να με βοηθήσουν, «να πάρω τουλάχιστον το χαρτί», παράτησα οριστικά τη χρόνια κάπου τον Φεβρουάριο για να πιάσω δουλειά. Χαμαλίκι, σε έναν ξάδερφο που είχε μεταφορική και μας πλήρωνε ακριβώς μηδέν δραχμές μεροκάματο αλλά έπρεπε να μοιραζόμαστε όσα έδιναν οι παραλήπτες των εμπορευμάτων για να τους τα μεταφέρουμε ως τις αποθήκες τους – ηλεκτρικές συσκευές, πλακάκια, είδη λιανικής για χονδρέμπορους. Έβγαιναν τρία-τέσσερα χιλιάρικα τη μέρα, έφταναν να βοηθάω τη μάνα μου σπίτι που έφευγε για δουλειά στο φούρνο κάθε πρωί στις δύο και γυρνούσε το μεσημέρι.

Ως το καλοκαίρι, κουβαλούσα εμπορεύματα και τον Ιούλιο με πήραν δίμηνο στο εργοστάσιο Λιπασμάτων έξω από το χωριό. Η φράση «με πήραν δίμηνο» ήταν ταυτόσημη, τότε, με την οικονομική ανάσα κάθε οικογένειας που έβλεπε ένα μέλος της να προσλαμβάνεται στη ΒΦΛ, έστω και για λίγο. Θειάφι, κάλιο, αμμωνία, άμμος, βαριοπούλα, φτυάρι, σκισμένα χέρια, πνευμόνια γεμάτα καρκίνο, λεκέδες από καψίματα σε όλο το σώμα. Εύκολη δουλειά αν είσαι δεκαοχτώ, το μισό χωριό δούλευε εκεί, οι γκριζομάλληδες αμίλητοι, οι μικροί όλο ενέργεια γράφοντας τα πρώτα τους ένσημα. Σαν πάρτι αποφοίτησης των συμμαθητών μου από το νηπιαγωγείο έμοιαζε, όλοι είχαν τελειώσει το Λύκειο και μπήκαν δίμηνο στα Λιπάσματα.

Το δίλημμα ήταν απλό: Στράτος ή ξανά στην Τρίτη Λυκείου. Η μάνα μου με παρακαλούσε να ξαναπάω σχολείο, θα δούλευε κι αλλού, θα καθάριζε σκάλες, έλεγε, να ξαναπάω, «να πάρω το χαρτί». Συμφωνήσαμε να δουλεύω μόνο τα Σάββατα για τα τσιγάρα μου, στη μεταφορική. Και πήγα Τρίτη στο ΤΕΛ, όπου με το απόλυτο μαναβίσιο κόλπο που αναλύω στο βιβλίο κατάφερα να σώσω έναν χρόνο από τη ζωή μου και τη ζωή μου ολόκληρη.

Από την πρώτη μέρα που πας σε καινούργιο σχολείο, το πρώτο που τσεκάρεις, αν είσαι έφηβος τουλάχιστον, είναι οι κοπέλες. Ευτυχώς για μένα, ο βασικός στόχος, δηλαδή αυτή που της την πέφτουμε κι αν δεν τα καταφέρουμε πάμε στη δεύτερη επιλογή, καθόταν στο διπλανό θρανίο. Και φορούσε σκούρες μπλε Βέρμαχτ -πολλά ήταν όμορφα πάνω της, αλλά μπλε Βέρμαχτ δεν είχα ξαναδεί. Άρχισα να μαζεύω λεφτά για να πάρω κι εγώ, χρειαζόμουν είκοσι εφτά χιλιάρικα και ζοριζόμουν. Συμπλήρωσε η μάνα μου κάποια στιγμή γιατί είχαμε πιάσει μέσα Νοεμβρίου και δύο μήνες δεν μάζευα το ποσό, της το ανακοίνωσα μια Παρασκευή: Τη Δευτέρα θα έχω κι εγώ ίδιες Βέρμαχτ. Κι αυτή με ρώτησε αν θα πάω Θεσσαλονίκη, επειδή στην Καβάλα δεν έχει μπλε -τις φέρνει μονάχα ένα μαγαζί απέναντι στο Λευκό Πύργο.

Πήγα Θεσσαλονίκη το άλλο Σάββατο, να δω κι ένα ματς, επειδή παίζαμε με τη Δάφνη και ο ΠΑΟΚ εκείνης της χρονιάς μας έδινε την εντύπωση πως θα ήταν ο καλύτερος ΠΑΟΚ όλων των εποχών (και δεν πέσαμε έξω). Πήρα τις Βέρμαχτ, μπήκα στο Παλέ με το κουτί στα χέρια και έκανα κερκίδα για το τελικό 81-45 με τη σακούλα περασμένη στα δάχτυλα από φόβο μην την ψειρίσουν συνοπαδοί με παρόμοιο γούστο στα υποδήματα, γυρίσαμε με τον Παύλο στο Σύνδεσμο στη Νεάπολη για μια μπύρα πριν φύγω για αερογέφυρα, για το κλασικό οτοστόπ. Αλλά ο κόσμος ετοιμαζόταν για εκδρομή, το πρωί φεύγαμε Λιβαδειά, μαζεύονταν κι από ένας οι γνωστοί αγαπημένοι κάγκουρες φωνάζοντας και χοροπηδώντας κι ο Σύνδεσμος είχε μετατραπεί σε γιορτή αναχώρησης. «Θα έρθεις». «Μην τολμήσεις και δεν έρθεις». «Ψηλέ, ετοιμάσου για μεγάλες στιγμές αύριο». «Άντε, πάμε για το διπλό». Και δεν σταματούσαν να ανοίγουν οι μπύρες, να καίγονται τα τσιγάρα, να δυναμώνουν τα συνθήματα κι εγώ να μη θέλω να φύγω. «Παύλο, έχω στην τσέπη πεντακόσια φράγκα». «Δε με νοιάζει τι έχεις και δεν έχεις, θα έρθεις και σε καλύπτω εγώ». «Είπαμε φέτος θα κόψω τις μαλακίες και θα τελειώσω το σχολείο, Δευτέρα πρωί πρέπει να είμαι στην τάξη»… «Θα είσαι, ξεκόλλα, μη στενοχωριέσαι για τέτοια πράματα, αφού σε βλέπω πως θέλεις να έρθεις». Ήθελα. Έλιωνα. Και πήγα. Και ήμουν 8:15 το πρωί της Δευτέρας στην προσευχή, χωρίς σάκα αλλά με τις μπλε Βέρμαχτ, που δεν μπορούσα να τις φορέσω αμέσως επειδή έπρεπε πρώτα να βγάλεις τα σιδεράκια από μπροστά για να μην σε πούνε «χαζοπαλίκαρο», έτσι πήγαινε τότε.

Ο Παύλος είχε φωτογραφική μηχανή. Κάπου στη διάρκεια του ματς, όπως χοροπηδούσαμε, τραγουδούσαμε και πανηγυρίζαμε, μπήκε μπροστά μας και έβγαζε φωτογραφίες. Σε κάποιες από αυτές ήταν κι η φάτσα μου, όπως διαπιστώσαμε μετά που τις έδωσε για εμφάνιση, καθώς εκείνη την εποχή τελείωνες το φιλμ, το παρέδιδες στο φωτογραφείο και περίμενες να δεις τι έκανες κι αν πέτυχες καμία καλή. Μου τις έδωσε όταν τον ξαναείδα, στο επόμενο ματς.

Η Κυριακή 21 Νοεμβρίου 1993 ήταν η μέρα που μου άλλαξε τον τρόπο που αντιμετώπιζα το σχολείο, έστω και για τους λάθος λόγους. «Ωραία είναι ο Παύλος, πέρασε στο ΤΕΙ, μένει δίπλα στο Σύνδεσμο, κατεβαίνει από το σπίτι και φεύγει εκδρομή με τον ΠΑΟΚ όποτε θέλει». Γιατί το πρόβλημα δεν ήταν η εκδρομή αλλά το έξτρα κομμάτι, το Καβάλα-Θεσσαλονίκη και το Θεσσαλονίκη-Καβάλα, τα βαρετά χιλιόμετρα με τις ατελείωτες ώρες του οτοστόπ και του κρύου και της βροχής και του αέρα στα χωριά που ήταν σπαρμένα στη διαδρομή, τον Άγιο Βασίλειο, την Ασπροβάλτα, τα Κερδύλλια, τον Πλατανότοπο, την Αυλή, τον Σταυρό, με τον αντίχειρα του δεξιού χεριού στραμμένο προς τη Θεσσαλονίκη ή το σπίτι πίσω στο χωριό. Τα χίλια χιλιόμετρα για Αθήνα και πίσω, για Λιβαδειά, για Βέροια, για Κατερίνη, για Βόλο δεν τα σκεφτόσουν -ήταν η απόσταση που σε χώριζε από τον ΠΑΟΚ και η επιστροφή από το πέταλο όπου είχες βρει τον προορισμό σου. Αλλά η Παλιά Εθνική δεν παλευόταν -να διαβάσω, να περάσω Θεσσαλονίκη, να πηγαίνω εκδρομές χωρίς το κουραστικό πηγαινέλα από Καβάλα. Όπως και έγινε, τελικά, πέρασα Θεσσαλονίκη και το σχέδιο εφαρμόστηκε όπως είχε σχηματιστεί στο μυαλό μου από εκείνη την Κυριακή, με την προσθήκη του μόνιμου συνεπιβάτη στις εκδρομές και τα πέταλα και το πρόσωπο που έπρεπε να μένω ζωντανός και ακέραιος επειδή θα με περίμενε να γυρίσω όταν έμενε σπίτι.

Ψάχνοντας φωτογραφίες για το εξώφυλλο του Μια Εποχή Στο Τσιμέντο και σκαλίζοντας τα κουτιά, το μάτι μου έπεσε σε μια συγκεκριμένη που είχε τραβήξει ο Παύλος εκείνο το λασπωμένο απόγευμα στη Λιβαδειά. Ήταν αρκετές, αλλά αυτή είχε κάτι περίεργο, κάτι που με τράβηξε να της δώσω και δεύτερη ματιά από τον σωρό που είχα ξεδιαλέξει μπροστά μου: Ήταν η πιο ευτυχισμένη στιγμή μου, δίχως να υπάρχει τίποτα στο υπόβαθρο εκείνης της εποχής, εκείνης της μέρας, εκείνης της στιγμής που να το υποστηρίζει. Κοιτάω στον φακό και πανηγυρίζω. Πανηγυρίζουν και οι υπόλοιποι πίσω μου στο φόντο. Έχουμε φτάσει στην πόλη από το πρωί, έχουμε κάνει χίλια περίεργα και μας έχουν κυνηγήσει από δέκα μεριές, έχουμε φάει αρκετό ξύλο απ’ τους ματατζήδες όπως ανεβήκαμε απ’ την πλατεία ως το γήπεδο με πορεία, έχουμε φάει βροχή, το έδαφος είναι λασπωμένο και σέρνουμε κιλά ο καθένας στα παπούτσια του, το ματς έληξε 1-0 στο τέλος άρα δεν βάλαμε γκολ, κάνουμε αποχή από το τέλος της προηγούμενης χρονιάς αλλά έστω κι έτσι βρεθήκαμε εκατοντάδες άνθρωποι στο άθλιο χωμάτινο πέταλο της Λιβαδειάς -γιατί χαιρόμαστε και γιατί χοροπηδάμε και γιατί πανηγυρίζουμε, άραγε. Πανηγυρίζουμε επειδή είμαστε ΠΑΟΚ.

Και έστειλα αυτήν τη φωτογραφία στον Εκδοτικό για να γίνει εξώφυλλο του βιβλίου. Επειδή δεν έχει καν τσιμέντο που να ταιριάζει στον τίτλο, επειδή πανηγυρίζω χωρίς να έχει βάλει γκολ η ομάδα μου, επειδή χαίρομαι αν και όλη η γη από κάτω μου ανοίγει να με ρουφήξει. Και επειδή θέλω να μου θυμίζει πως μέσα στα εφιαλτικά, ασήκωτα, ξοδεμένα σε ενήλικες ανησυχίες αντί για εφηβικές αναζητήσεις χρόνια των αρχών του ’90, μπορούσα να βρω την πραγματική χαρά και την ευτυχία για λίγες ώρες μια Κυριακή κυκλωμένος από το μοναδικό πράγμα στο οποίο ένιωθα να ανήκω και να ταιριάζω και να με αποδέχεται όπως είμαι δίχως καμία προϋπόθεση: Στην κερκίδα του ΠΑΟΚ, το μετακινούμενο σπίτι μου, από τότε.

0020

0020

Μια παρέα όλοι οι «π&alph ...

Read more
Μίκρα

Μίκρα

ΠΑΟΚ-Αναγέννηση Βύρωνα 26-21. Τώρα βρήκαμε καινούργιο μπελά. Ξέρουμε ανάγνωση. Όπου πάμε, ό,τι κι αν ...

Read more
Ψεύτες

Ψεύτες

- Κάνατε ντου να μπείτ& ...

Read more
Βόλεϊ

Βόλεϊ

Στα μέσα της δεκαετίας του ’80, η Εθνική Ελλάδας στο βόλεϊ πρέπει να έκανε κάτι σπουδαίο. ...

Read more
Σεντόνι

Σεντόνι

Το πρώτο πράμα που έρχ&eps ...

Read more
Πούλημα

Πούλημα

Στον τελικό του 2003 δεν είχα εισιτήριο. Ήταν να πάω, ήταν να μην πάω, περίεργη κατάσταση, τελικά δε ...

Read more
Αποτελέσματα

Αποτελέσματα

Το Κουίζ «ΠΑΟΚ 90 Vol. 1» ...

Read more
Αποτέφρωση

Αποτέφρωση

ΠΑΟΚ Σ’ ΑΓΑΠΩ ΚΙ ΟΤΑΝ ΘΑ ΜΕ ΚΑΨΟΥΝ ΘΕΛΩ ΚΑΙ ΤΙΣ ΣΤΑΧΤΕΣ ΜΟΥ ΣΤΗΝ ΤΟΥΜΠΑ ΝΑ ΠΕΤΑΞΟΥΝ.& ...

Read more
Ανάσα

Ανάσα

Πρώτη φορά πήγα στο Πα&la ...

Read more
Κουκουλοφόρος

Κουκουλοφόρος

Μόλις είχα φάει το σπ& ...

Read more
Τρύπιοι

Τρύπιοι

Τόσα χρόνια με τον ΠΑ&Omi ...

Read more
Γιατί

Γιατί

Πάντα το θέμα είναι το γιατί. Γιατί γράφεις κάτι. Γράφεις γιατί πληρώνεσαι, γράφεις γιατί γουστάρεις ...

Read more

Μια Εποχή Στο Τσιμέντο

ISOVITIS COVER 400Η ενηλικίωση ενός εφήβου στις τσιμεντένιες κερκίδες της δεκαετίας του ’90, μιας συναρπαστικής οπαδικής περιόδου που άφησε σακατεμένους όσους επέζησαν από τις παγίδες της. Οι εκδρομές, τα συνθήματα, οι πέτρες, τα κλομπ, η πρέζα που μύρισε κάθε φλέβα δεμένη με δίχρωμο κασκόλ.

Ο παράλληλος κόσμος που οι περισσότεροι αγνοούν ή προσποιούνται πως αγνοούν – μια ωδή στην κοινή ουτοπία των «χούλιγκαν», στα παιδιά που δε μεγάλωσαν, στις ζωές που δε θα αφηγηθεί κανείς πέρα από όσους τις είδαν να σβήνουν, Κυριακή με Κυριακή, στις γαλαρίες των πούλμαν και στα κάγκελα των γηπέδων.

Συνάμα, μια νοσταλγική ματιά, σε πρώτο πρόσωπο, από ένα μέλος της κερκίδας του ΠΑΟΚ, που απλώνει στο χαρτί καθετί σοβαρό ή αστείο, σημαντικό ή ασήμαντο μπορεί να ανασύρει από τη μνήμη του, από την πρώτη του στιγμή στους καπνούς του πετάλου μέχρι την τραγωδία που έκλεισε και σημάδεψε ολόκληρη τη δεκαετία, ορίζοντας και το τέλος της «Old School» γενιάς που έθεσε τους κανόνες της οπαδικής ζωής ουρλιάζοντας, χοροπηδώντας κι αιμορραγώντας στα γήπεδα και στους δρόμους.