Zωές

Zωές

Τους παρατηρούσα...

Σχέδιο

Σχέδιο

Ο μπαμπάς μόλις είχε...

Απορία

Απορία

Πλησίαζε το...

Άουτ

Άουτ

Η «Τούμπα-Κόλαση»...

Ζάχαρο

Ζάχαρο

Το κυλικείο της 4...

Ranking

Ranking

Από την έναρξη του...

Απόκρουση

Απόκρουση

Ο Αλέξανδρος...

Έδρα

Έδρα

Κι όμως, οι...

Pontus

Pontus

- Yes? Yes? You listen?- Oh, of course it would be you.- Yes! Mr. Agent, where are you, little...

Φίατ

Φίατ

Τα μέλη ενός...

Honeycutt

Honeycutt

O Tyler Honeycutt έφυγε προχθές...

Ξεκούραση

Ξεκούραση

Τέτοια μέρα, πέντε...

  • Zωές

    Zωές

    Friday, 19 October 2018 01:22
  • Σχέδιο

    Σχέδιο

    Wednesday, 10 October 2018 18:36
  • Απορία

    Απορία

    Thursday, 27 September 2018 08:48
  • Άουτ

    Άουτ

    Sunday, 23 September 2018 11:26
  • Ζάχαρο

    Ζάχαρο

    Sunday, 23 September 2018 01:11
  • Ranking

    Ranking

    Wednesday, 15 August 2018 18:54
  • Απόκρουση

    Απόκρουση

    Thursday, 09 August 2018 03:30
  • Έδρα

    Έδρα

    Monday, 06 August 2018 12:45
  • Pontus

    Pontus

    Sunday, 05 August 2018 22:25
  • Φίατ

    Φίατ

    Thursday, 12 July 2018 23:44
  • Honeycutt

    Honeycutt

    Monday, 09 July 2018 12:56
  • Ξεκούραση

    Ξεκούραση

    Thursday, 05 July 2018 22:07

tsimento2017Η πιο συγκλονιστική στιγμή που έχω ζήσει ως συγγραφέας είναι η παρουσία μου στην ανάγνωση ενός θεατρικού που είχα γράψει για μια ερασιτεχνική ομάδα πριν αρκετά χρόνια.

Μου είχαν ζητήσει ένα πρωτότυπο έργο για να το ανεβάσουν, θέτοντας κάποιους αναγκαίους περιορισμούς: Θα παιζόταν σε έναν συγκεκριμένο χώρο, που είχε πόρτες και δωμάτια κι έναν στενό διάδρομο, θα έπρεπε να έχω μετρημένους ρόλους για κάθε μέλος της θεατρικής ομάδας και, δεν θυμάμαι γιατί (ή δε ρώτησα, σεβόμενος το κόλλημά τους), τα ονόματα όλων των χαρακτήρων να ξεκινούν από Λάμδα. Μου είχαν δώσει μία εβδομάδα για να παρουσιάσω ένα προσχέδιο, θυμάμαι πως ήταν Κυριακή και με την Άννα βλέπαμε μπάλα στο Αλμπίρεο, στη Δελφών, και η Αλέκα με την Κατερίνα μας εξηγούσαν τι χρειάζονται, εγώ άκουγα τις φίλες μου ερασιτέχνες, ακόμα, ηθοποιούς και κουνούσα το κεφάλι. Στο τέλος, δώσαμε ραντεβού για την επόμενη Κυριακή, να τους φτιάξω ένα πρώτο κείμενο ώστε να το συζητήσουμε.

Πέρασε η Δευτέρα, πέρασε η Τρίτη, η Τετάρτη, η Πέμπτη, φτάσαμε Παρασκευή και ακόμα δεν είχα γράψει ούτε λέξη. Η Άννα είχε αρρωστήσει, δεν πήγαινε στη δουλειά, εγώ την πρόσεχα, τσάγια, κομπρέσες, αντιπυρετικά, είχαμε κουβαλήσει παπλώματα και κουβέρτες στους καναπέδες και την πέφταμε όλη μέρα στο καθιστικό. Είχαμε ανακαλύψει το Super Collapse II, άρα κάπου στα μέσα της προηγούμενης δεκαετίας έγιναν όλα αυτά, παίζαμε μέρα νύχτα, με τη σειρά, κάναμε κόντρες χωρίς σταματημό, κανονικός εθισμός. Έκανα ρεκόρ, στράβωνε η Άννα, έπεφτα να κοιμηθώ, με ξυπνούσε ξημερώματα «σήκω, σήκω, ρε άχρηστε, να δεις το νέο ρεκόρ», σηκωνόμουν, με είχε ξεπεράσει για εκατό πόντους, άρχιζα πάλι να σπάω τουβλάκια και να παιδεύομαι με τα πλήκτρα ως το πρωί που θα ξανάσπαζα το ρεκόρ και θα της την έλεγα, αυτή έπαιρνε ένα ντεπόν και η λούπα συνεχιζόταν για μερόνυχτα, ανάμεσα σε χαρτομάντιλα, καφέδες, χαμομήλια και τηλέφωνα από τη δουλειά που τη ρωτούσαν πότε θα επιστρέψει. Μέχρι και στον ύπνο μου τουβλάκια έσπαγα, έβλεπα την κουζίνα και ένωνα πιάτα και ποτήρια με το νου μου, τα παρκαρισμένα αυτοκίνητα κάτω απ’ το σπίτι, τα πλακάκια στο πάτωμα. Σάββατο βράδυ αποφάσισα πως πρέπει να γράψω κάτι. Αναγκάστηκε και η Άννα να συνθηκολογήσει.

Η συμφωνία ήταν πως μία ώρα θα γράφω, μία ώρα θα παίζουμε Collapse. Έκατσα στον υπολογιστή, αλλά οι λέξεις γίνονταν τουβλάκια, ξεκινούσα έναν διάλογο και τις ένωνα να συγκρουστούν για να πάρω πόντους, δεν δούλευε τίποτα. Κοιτούσα κλεφτά στο ρολόι, να περάσει η ώρα για να ξαναπαίξουμε, με τη σειρά, μία η Άννα, μία εγώ, να σπάσω πάλι το ρεκόρ και να πανηγυρίζω γηπεδικά μέσα στο σπίτι κι αυτή να νευριάζει και ανάμεσα στα φταρνίσματα και τον βήχα να απειλεί και να κάνει χειρονομίες. Κοιμόμασταν, ξυπνούσαμε, παίζαμε, ξεπερνούσαμε ο ένας τον άλλο, κάπου-κάπου έγραφα κι από λίγο, κάποια στιγμή ήρθε κι αυτή η μεγάλη έμπνευση, η Μούσα, πήρα να γεμίζω σελίδες, παράτησα τις περιγραφές και έφτιαχνα σκηνές, τις έπαιζα στο μυαλό μου, έβαζα τις φάτσες των ηθοποιών να τις λένε και μπήκα σε έναν μαγικό κόσμο που δεν είχα ξαναζήσει ποτέ, αυτόν του Θεάτρου, με συνεπήρε. Απόγευμα Κυριακής είχα έτοιμο ένα κείμενο τυπωμένο που απ’ έξω, στην πρώτη σελίδα, έγραφε «Ψόφια Λουλούδια».

Η σκηνοθέτης ξεφύλλισε τις σελίδες και πριν πιούμε καφέ τους μάζεψε γύρω μου. «Έτοιμο είναι, πάμε να το παίξουμε». Και οι τύποι κι οι τύπες της ομάδας άρχισαν να παίζουν κανονικά, με την πρώτη, χωρίς να έχουν ξαναδιαβάσει το κείμενο, να το ενσωματώνουν, να γίνονται οι ρόλοι που έγραφε το μυαλό μου λίγες ώρες πριν ανάμεσα στα τουβλάκια και τα τσιγάρα που μου έγδερναν τον λαιμό, να το απογειώνουν και να το μετατρέπουν σε κάτι χειροπιαστό, κάτι σαν από το παρελθόν, λες και το ήξεραν χρόνια. Γελούσαν, έκλαιγαν, χειρονομούσαν, κάθε ατάκα που έβγαινε από το στόμα τους έδινε θεϊκή λάμψη στις λέξεις που είχα πληκτρολογήσει το ίδιο το πρωινό εκείνης της μέρας. Το έπαιξαν όλο, ως το τέλος. Και χειροκρότησαν. «Τέλειο, μην αλλάξεις λέξη». Με είχαν πάρει τα ζουμιά, είχα σοκαριστεί από τον ίδιο μου τον εαυτό, αλλά θυμάμαι πως το μόνο που σκεφτόμουν να τους πω ήταν «λίγο πριν έρθω, έκανα το απόλυτο ρεκόρ στο Collapse και άφησα την Άννα σπίτι να παιδεύεται, αλλά δεν θα το σπάσει ποτέ».

Το πρώτο μου κανονικό βιβλίο το έγραψα το Καλοκαίρι του 1997. Ήταν μια συλλογή από «διηγήματα», τα οποία εγώ τα ονόμαζα -και τα ονομάζω ακόμα- «ιστορίες». Ποτέ δεν κατάλαβα γιατί να μην είναι απλοποιημένα τα είδη της λογοτεχνίας και να μη λέγονται όλα «ιστορίες», μικρές ή μεγάλες. Διήγημα, νουβέλα, μυθιστόρημα, δοκίμιο, πεζογράφημα -όλα μια ιστορία έχουν να πουν. Με μάλωνε ο φιλόλογος, «τα λες επειδή βαριέσαι να τα μάθεις». Πάντα έγραφα, από το Δημοτικό έφτιαχνα ιστορίες στα τετράδια, πού να βρίσκονται τώρα, είναι παρατημένο και το πατρικό να ψάξω στη φαγωμένη ντουλάπα με τους θησαυρούς της νιότης μου. Δυο χρόνια μετά, έγραψα και ένα μυθιστόρημα. Τα πληκτρολόγησα σε έναν GoldStar 8088, που δεν είχε κειμενογράφο αλλά μια εντολή EDIT και άνοιγε μια μαύρη οθόνη με πορτοκαλιά γράμματα και έπρεπε να κάνω στοίχιση με το Space λέξη προς λέξη -αν ήθελα να αλλάξω κάτι στο κείμενο, χαλούσε όλη η στοίχιση στην παράγραφο και έπρεπε να το πάρω πάλι από την αρχή. Αλλά τα κατάφερα, πέρασα νύχτες ολόκληρες μετά τη δουλειά στην «Πανσέλοινο», που είχα ωράριο «επτά με κλείσιμο» και το κλείσιμο μπορεί να πήγαινε τέσσερις ή πέντε το πρωί, αναλόγως τα κέφια των μπεκρήδων που σέρνονταν έξω για να κλειδώσουμε. Ξυπνούσα το άλλο απόγευμα επτά παρά και πήγαινα στο μαγαζί, ήταν σαν να δουλεύω πρωινός.

Το πρώτο ονομάστηκε «Ιστορίες Της Πλάκας». Το δεύτερο είχε τίτλο «Το Αίμα», που αργότερα άλλαξε σε «Παιδιά Είναι, Μωρέ, Παίζουν». Είχα βρει συμβατό εκτυπωτή, από εκείνους που ακούγονται πιο δυνατά κι από το ξυπνητήρι, τύπωνα σε ώρες εκτός κοινής ησυχίας για να μην έχω θέμα με τους γείτονες, αν και ένα βράδυ το ζευγαράκι απέναντι έκανε τόσο θόρυβο με το πάθος του που βρήκα ευκαιρία να τυπώσω κάποιες σελίδες και τη νύχτα -η διαχειρίστρια τους πετούσε αντικείμενα στα παντζούρια ενοχλημένη, το επόμενο πρωινό ο ακάλυπτος ήταν γεμάτος πατάτες και κρεμμύδια από τη φιλήσυχη οργή της. Πήγα τις σελίδες σε έναν μάστορα που μου είχαν υποδείξει δίπλα στη Ροτόντα, τις ένωσε, έβαλε και τα πρόχειρα εξώφυλλα που είχα σκιτσάρει μόνος μου και η λεπίδα έπεσε πάνω στις «Ιστορίες Της Πλάκας» και μου παρέδωσε τρία κομμάτια: Τις «Ιστορίες» μισό πάνω και μισό κάτω και τα «Παιδιά» κανονικά. Αναγκάστηκα να τα ξανατυπώσω, που για να βρίσκω μελάνι για τον εκτυπωτή έπρεπε να παίρνουν τηλέφωνα οι υπάλληλοι του Multirama σε κάποιους ξεχασμένους προμηθευτές τους.

Τα έστειλα σε έναν Εκδοτικό Οίκο, τότε που η μισή Ελλάδα έγραφε βιβλία και η άλλη μισή ήθελε να γράψει, απορρίφθηκαν, μου γύρισαν πίσω. Ο Καστανιώτης είχε γράψει λάθος το επώνυμό μου στην απαντητική επιστολή, με ξέσκισε. Μετά, πήγα φαντάρος, δεν ασχολήθηκα με το θέμα, αλλά πριν φύγω έστειλα μια ιστορία, ένα «διήγημα», τη «Spiaggia», στο Οξύ. Με πήρε τηλέφωνο μια μέρα η Άννα, κοιμόμουν στον θάλαμο στην Καβύλη, πως κάποιος Κωνσταντίνος από το Οξύ με ψάχνει μανιωδώς. Πήγα Αθήνα, τον γνώρισα, τα είπαμε, μου πρότεινε να τα εκδώσει, αν και «ο κόσμος δεν διαβάζει συλλογές διηγημάτων». Τελειώνοντας τη θητεία, ο Κωνσταντίνος είχε φύγει από το Οξύ και βαρέθηκα να ξαναρχίσω τη διαδικασία. Απλώς τύπωσα σε όμορφα σπιράλ τα δύο βιβλία και τα χάρισα σε δέκα ανθρώπους δικούς μου, όπως έκανα με καθετί που έγραφα από πιτσιρικάς -τα χάριζα στους γύρω μου, αφιερωμένα.

Στο Γυμνάσιο και το Λύκειο συνήθιζα να γράφω ένα τετρασέλιδο, αφαιρώντας το κέντρο ενός κλασικού μπλε τετραδίου «Διεθνές». Το πήγαινα στο σχολείο, το έδινα σε συμμαθητές, γελούσαν, επειδή πάντα έγραφα αστείες ιστορίες, το έβλεπε κι από κανένας καθηγητής και μου έδινε συγχαρητήρια ή με μάλωνε, αναλόγως το περιεχόμενο. Αυτός που με είχε πιστέψει περισσότερο ήταν ο φιλόλογος της Β’ Λυκείου, που ήταν και ο μοναδικός άνθρωπος που χειροδίκησε πάνω μου, όταν με άκουσε να φωνάζω «Κωστής Μπαγλαμάς» ακριβώς την ώρα που σταμάτησαν οι υπόλοιποι στην τάξη να μιλάνε, δηλαδή πόση γκαντεμιά πια, να ακούγονται είκοσι εφηβικές φωνές να λένε βλακείες και να σταματάνε όλοι απότομα ακριβώς τη στιγμή που ανοίγω το στόμα μου. Μου πέταξε το βιβλίο στο κεφάλι, είχε περάσει ξυστά πάνω από τη Χριστίνα που καθόταν μπροστά μου (ή εγώ καθόμουν πίσω της, να τα λέμε σωστά), με βρήκε στο κούτελο και έπεσε στην αγκαλιά του Στάθη. Εγώ έμεινα σαν βαλσαμωμένος, ο Στάθης έπεσε στο πάτωμα, από τα γέλια.

Αυτά τα τετρασέλιδα πήγαν κι αλλού, τα διαβάζαμε στην Μπαλλάντα και γελούσαμε όλοι μαζί, συνήθως πριν τις εκδρομές που πιάναμε στασίδι από το πρωί για να φύγουμε στον ΠΑΟΚ. Ένας τύπος ήρθε και μου είπε μια μέρα «γράφεις σαν τον Ντάγκλας Άνταμς, σίγουρα έχεις επηρεαστεί απ’ αυτόν». Δεν τον ήξερα τον καλλιτέχνη, αλλά πήγα κι αγόρασα τα πέντε βιβλία «Γυρίστε Τον Γαλαξία Με Ωτοστόπ» για να επιβεβαιώσω πως μοιάζει η γραφή μου με τη δική του, αλλά δε βρήκα κάτι κοινό πέρα από τη μεγάλη του φαντασία. Όμως η απάντηση που έδινε ο Άνταμς στην πιο μεγάλη απάντηση για το Σύμπαν ήταν το τυχερό μου νούμερο από τότε που με θυμάμαι. Σύμπτωση μεγάλη, το κράτησα στο μυαλό.

Στο σχολείο και την παρέα των Παοκτσήδικων εκδρομών παρουσίασα ένα πρωί το πρώτο μου ολοκληρωμένο έργο, δηλαδή ένα βιβλίο που κάλυπτε ένα εκατοντασέλιδο τετράδιο «Διεθνές». Ο τίτλος ήταν «Τα Ρεμάλια» και το περιεχόμενο αναφερόταν στη μελλοντική ζωή σαράντα ανθρώπων, συμμαθητών μου, μέχρι τον θάνατό τους. Έγραφα τι θα γίνουν όταν μεγαλώσουν, τι θα κάνουν ως να πεθάνουν και, το κυριότερο, πότε ακριβώς θα πεθάνουν, είχε ημερομηνίες κανονικά. Το τετράδιο-βιβλίο, το οποίο είχε και φωτογραφίες από το μέλλον καθενός πρωταγωνιστή, πρέπει να είναι το πιο διαβασμένο κείμενο στην Καβάλα από ανήλικο αναγνωστικό κοινό μετά τις ματσαράγκες του Πατάκη. Πήγε από χέρι σε χέρι, σαν λεύκωμα, το έχανα, το ξανάβρισκα, ευτυχώς πρόλαβε να το διαβάσει η Άννα που με γνώρισε λίγο μετά και το χάσαμε οριστικά κάποια στιγμή, δεν ξέρω πού είναι και αν το έχει κάποιος σε ένα συρτάρι ή έχει πεταχτεί και δεν βρίσκεται πουθενά -αν ήμασταν σε ταινία του Ζενέ, θα είχε πεταχτεί στην ανακύκλωση και θα είχε γίνει βιβλίο δικό μου και θα βλέπαμε ολόκληρη τη διαδικασία πέντε λεπτά σκηνή με την Οντρέ Τοτού ως προϊσταμένη της ανακύκλωσης.

Μετά τα τετρασέλιδα και «Τα Ρεμάλια» έγραψα μια ποιητική συλλογή. Αν με ήξερες τότε, στις αρχές του 1994, θα με έκοβες για πολλά πράγματα αλλά μάλλον όχι για ποιητή, ειδικά αν με έβλεπες να κάθομαι στο φορτηγό που έκανε παραδόσεις δεμάτων στην πόλη, με το σκισμένο τζιν και τα μεταλλάδικα μπλουζάκια και τη χακί ζώνη για τη μέση που πονάει από τότε και δεν θα ηρεμήσει ποτέ από το χαμαλίκι της περιόδου που έπρεπε να δουλεύω και να πηγαίνω σχολείο. Ήταν ποιήματα γραμμένα αποκλειστικά για έναν άνθρωπο, τον άνθρωπο που τα ενέπνευσε και είναι ο μοναδικός που τα διάβασε και δεν αφορούν σε κανέναν άλλο πέρα από αυτή: Την Άννα, που δεν τη λένε Άννα αλλά έτσι τη φωνάζανε στις εκδρομές, το άλλο μου σπάνιο μισό που γνώρισα εκείνη τη χρονιά και από τότε τη σέρνω και με σέρνει και με ανέχεται και την ανέχομαι και είναι τόσο σπάνια τα περιγράμματά μας κι οι κλειδαριές στην ψυχή μας που ακόμα δεν μπορώ να πιστέψω τη σπάνια τύχη να αντιληφθούμε πως κρατούσαμε ο ένας το κλειδί στην ψυχή του άλλου. Είχε ένα γαλάζιο εξώφυλλο, ονομαζόταν «Του Κήπου», της το έδωσα, το διάβασε, το έχει ακόμα ως μοναδική αναγνώστρια και θα έχει να το λέει πως είναι μία γυναίκα που γι’ αυτή και μόνο γι’ αυτή γράφτηκαν κάποτε αποκλειστικά όλες οι λέξεις που μπορούσε να χρησιμοποιήσει ένας άνθρωπος για να της δείξει πόσο απελπισμένα τη χρειάζεται δίπλα του για να γεράσει ευτυχισμένος.

Στο στήσιμο του «Παοκτσή», ο Παύλος ενημέρωσε τους υπόλοιπους πως «στην Καβάλα είναι ένας τρελός που τα γράφει ωραία, να τον βάλουμε κι αυτόν στην εφημερίδα». Ήρθε ένα Σαββατοκύριακο, επειδή αυτός είχε ήδη περάσει στη Σχολή κι εγώ θα ακολουθούσα έναν χρόνο αργότερα, και μου είπε τα σχετικά, πως ετοιμάζουν μια εφημερίδα για τον ΠΑΟΚ, πως θα συμμετέχουν πολλοί ταλαντούχοι της κερκίδας, πως θα είναι η φωνή του οπαδού και μου ζήτησε να έχω κι εγώ μία στήλη. Δέχτηκα πριν καν ολοκληρώσει την πρόταση, εννοείται, γράφω που γράφω, αν είναι να με διαβάζουν κιόλας τόσοι Παοκτσήδες τι άλλο να θέλω απ’ τη ζωή μου. Και ο διάλογος πήγε κάπως έτσι: «Και πώς θα τα στέλνω»; «Θα τα στέλνεις με φαξ». «Τι είναι το φαξ»; «Φαξ, ρε μαλάκα, αυτό που βάζεις μια σελίδα στην Καβάλα και τυπώνεται στη Θεσσαλονίκη». «Δεν ξέρω απ’ αυτά». «Ρε ξεκόλλα, πας σε ένα φωτοτυπάδικο και σου το στέλνουν». «Μπα, δεν ξέρω από φαξ, μη με μπλέκεις με τέτοια». «Ε και πώς θα γίνει»; «Να τα στέλνω με το ταχυδρομείο. Ή με το ΚΤΕΛ». «Σύνερθε, θα τα στέλνεις με φαξ». Και δεν έστειλα τίποτα, κόλλησα εκεί με το φαξ, δεν ξέρω γιατί, μου φάνηκε κάπως. Τα λέμε με τα παιδιά που έγραφαν και εξέδιδαν τότε τον «Παοκτσή» και με βρίζουν, αλλά τους απαντάω πως ο «Παοκτσής» ήταν κάτι τόσο τέλειο που οτιδήποτε άλλαζε την ισορροπία του θα το έκανε λιγότερο τέλειο. Άρα, καλώς δεν συμμετείχα, ποιος ξέρει τι θα άλλαζε στην πιο αγαπημένη εφημερίδα που έχει εκδώσει μια ομάδα οπαδών, ήταν αψεγάδιαστη όπως ήταν και η ιστορία τη δικαιώνει ως σήμερα.

Ένα από τα όμορφα σπιράλ δόθηκε στον Γιώργο και τη Στέλλα, στο Παγκράτι, οι οποίοι είχαν τοποθετήσει στη δυνατή τους βιβλιοθήκη, δίπλα στους αμέτρητους δίσκους κλασικής μουσικής που μάζευε ο Γιώργος μανιωδώς, τις «Ιστορίες Της Πλάκας» και το «Το Αίμα». Ο Αντώνης, ένας φίλος τους εκδότης, είδε τα σπιράλ, τα διάβασε, μου πρότεινε να εκδώσει το μυθιστόρημα. «Αν πάει καλά, εκδίδουμε και τα διηγήματα». Ήταν 2001 ή 2002, είχα απολυθεί από τον Στρατό και είχαμε αγοράσει με συναλλαγματικές τον πρώτο υπολογιστή μας με Windows, για να έχουμε Word και να πληκτρολογήσουμε σε κανονική μορφή τα κείμενα -και να παίζουμε Collapse σαν τρελοί λίγα χρόνια αργότερα. Το βιβλίο μετονομάστηκε σε «Παιδιά Είναι, Μωρέ, Παίζουν», είχε εξώφυλλο ένα παιδάκι που μου θύμιζε εμένα στην ηλικία του και κυκλοφόρησε στις αρχές του 2003 -ο πρώτος που το είχε αγοράσει ήταν ο Σήφης, επειδή έκανε το πρώτο διάλειμμα στο δισκάδικο που δουλεύαμε και πετάχτηκε ως τον Ιανό. Εγώ το πήρα δεύτερος, στο επόμενο διάλειμμα.

Το «Παιδιά Είναι, Μωρέ, Παίζουν» δεν το έχω διαβάσει ποτέ. Όταν έπιασα το πρώτο αντίτυπο στα χέρια μου διαπίστωσα πως σε όλο το βιβλίο υπάρχει ένα επαναλαμβανόμενο τυπογραφικό λάθος: Όλες οι άνω τελείες είχαν μετατραπεί σε κάτω παύλες. Εξοργίστηκα. Έφταιγε η χρησιμοποίηση «ασύμβατων χαρακτήρων», η άνω τελεία, γαμώ την άνω τελεία που από τότε δεν την έχω βάλει ξανά σε κείμενο, την έχω εξοστρακίσει από τον κόσμο των λέξεών μου. Μάλωνα με τον Αντώνη, τον εκδότη, επειδή δεν μου είχε στείλει το κείμενο πριν εκδοθεί για να προλάβω το λάθος. Μου έλεγε πως δεν έχει μεγάλη σημασία, πως από κάποιους μπορεί και να θεωρηθεί ως καινοτομία -είχε καλές προθέσεις ο τύπος, δεν του χρέωνα το λάθος ολοκληρωτικά, αλλά είχε κολλήσει το κεφάλι μου και το μίσησα. Δεν το ξανάνοιξα από τη μέρα που το αγόρασα, δεν έχω διαβάσει ούτε την πρώτη σελίδα. Κάτι πούλησε, πήγε παντού, αλλά αρνήθηκα να το «προωθήσω», δεν το έλεγα ούτε στους κοντινούς μου και είναι πολύ πιθανό να μην το ξέρουν οι περισσότεροι του κοινωνικού μου κύκλου. Κάποτε είδα μια κριτική στο τότε πρωτόγονο ίντερνετ, ψάχνοντας για κάτι άλλο, όπου μια Κύπρια αναγνώστρια έγραφε για το βιβλίο. Την ευχαρίστησα, αλλά για να γράψεις έπρεπε να κάνεις login με το email σου, μου έστειλε email συγκινημένη και μου είπε πως η ίδια και η μητέρα της με ευχαριστούν για τις όμορφες ημέρες που πέρασαν διαβάζοντας το βιβλίο. Αυτή ήταν πενήντα χρονών, ποιος ξέρει πόσο να ήταν η μαμά, ένιωσα ωραία που είχα πέραση σε τέτοιες ηλικίες. Ο Άγγελος με ενημέρωσε πως στη Δημοτική Βιβλιοθήκη της Καλαμαριάς το βιβλίο έχει λιώσει από τους δανεισμούς και οι καρτέλες είναι γεμάτες ημερομηνίες.

Το γράψιμο δε σταμάτησε ποτέ. Δε σταματάει αυτό το πράμα, όταν έχεις το μικρόβιο μέσα σου, μετατρέπεις τα πάντα σε λέξεις: Συναισθήματα, εμπειρίες, αναμνήσεις -ως και ο ερχομός του SMS στα τηλέφωνα ήταν σωτήριος για μένα, που ως και σήμερα όλοι οι φίλοι μου με κράζουν που δεν απαντάω στις κλήσεις αλλά τους στέλνω μηνύματα. Έπιασα το επόμενο πόνημα, το δεύτερο σκέλος της τριλογίας «Πατρίς-Θρησκεία-Οικογένεια» που ήταν ο μόνιμος εφιάλτης μου ως ιδέα από παιδί μικρό. Με τα «Παιδιά» είχα σμπαραλιάσει κάθε έννοια της οικογένειας που μου είχε σπείρει στην καρδιά ο επαρχιώτικος, υποκριτικός πουριτανισμός, με το επόμενο έπιασα τη θρησκεία. Ο τίτλος μπήκε πριν γράψω την πρώτη λέξη: «Φτου, Φτου, Φτου, Κάνε Το Σταυρό Σου». Κι οι πρωταγωνιστές βρήκαν τους ρόλους τους από τις πρώτες σελίδες: Οι τέσσερις χαρτοπαίκτες που έπαιζαν είκοσι τέσσερις ώρες τη μέρα πόκα στο καφενείο και δεν σηκώνονταν σε όλη τη διάρκεια του βιβλίου, το χωριό με τα γούρια, τις βασκανίες και τα τυχερά φυλαχτά που προσκυνούσε τα λείψανα της Αγίας-Προστάτιδας που είχαν φέρει οι ιδρυτές από τη Μικρά Ασία, η εμποροπανήγυρις έξω από τον Ναό που ήταν το πρώτο μου θρησκευτικό τραύμα, όταν είχα ρωτήσει τον παπά στο κατηχητικό «μα το πανηγύρι του χωριού στη γιορτή του Αγίου δεν είναι ακριβώς το ίδιο πράγμα για το οποίο ο Χριστός επιτέθηκε στους εμπόρους που γράφει εδώ πέρα στο φυλλάδιο που μας μοιράσατε» και ο παπάς με έδιωξε από το κατηχητικό και δεν ξαναπήγα. Θα ήταν ένα έργο σε δύο πράξεις: Η πρώτη περιγράφει το μέρος υπό την ηγεμονία του πλούσιου του χωριού, του Μπερλουσκόνη, που είχε σχεδόν όλα τα μαγαζιά, ήταν πρόεδρος της ποδοσφαιρικής ομάδας και βασικός πυλώνας της κοινωνικής ζωής. Η δεύτερη πράξη θα περιέγραφε τη ζωή δίχως αυτόν, αλλά μόλις τελείωσα το μισό του βιβλίου κάτι συνέβη και το παράτησα, έμεινε μισό κι ακόμα το έχω στον υπολογιστή με σκοπό «κάποτε να το συνεχίσω».

Το «Πάνω Στο Σκοινί» επίσης έμεινε στη μέση, αλλά τώρα επειδή ήρθε ο Ισοβίτης και το ισοπέδωσε. Μέχρι να ξεκινήσω τη σελίδα είχα γράψει αρκετά, είχα περάσει στο ψητό με την ιστορία του Πάνου που ανέβηκε στη Θεσσαλονίκη κυνηγημένος από τον πατέρα του, λίγο μετά το χαμό της μαμάς και βρήκε καταφύγιο σε μια μπάντα διασκευών στην Καλαποθάκη ως να περάσει η μπόρα. Ο Σωτήρης διάβασε εκείνη την καγκούρικη επιστολή που είχα στείλει στην ΠΑΕ ΠΑΟΚ μετά τον τελικό του 2014, πήγε και αγόρασε το domain και μου έφτιαξε τη σελίδα χωρίς να μου πει τίποτα. Τη μέρα που πήρα τους κωδικούς και μου είπε «γράφε», τελείωσε οτιδήποτε άλλο στο σύμπαν των λέξεων που αραδιάζω για να την παλεύω και να παραμένω κάτι κοντινό σε άνθρωπος, πατέρας, σύντροφος, συνάδελφος, φίλος, που κάποια στιγμή είχα αρχίσει να το χάνω και να μετατρέπομαι σε αγρίμι. Στην εξίσωση ήδη είχαν μπει δύο παιδιά, οπότε ο «Ισοβίτης», η περσόνα μου που στην ουσία δεν είναι περσόνα αλλά ένα απλό ψευδώνυμο, βοήθησε να κάνω την απαραίτητη για την ψυχική μου υγεία αυτοψυχανάλυση και να κρατιέμαι ζωντανός. Και ως σήμερα, με εξαίρεση ένα επεισόδιο που έγραψα για μια τηλεοπτική σειρά που ακόμα δεν το έχω δει αν και το έχουν δείξει εδώ και καιρό -πόσο αναβλητικός και αδιάφορος μπορώ να γίνω μέχρι και με τον εαυτό μου- και κάποια σκόρπια άρθρα σε αγαπημένα περιοδικά, δεν μπορώ να γράψω τίποτε άλλο πέρα από όσα με απασχολούν, ως αναμνήσεις ή νέα βιώματα, ως μέλος της κερκίδας του ΠΑΟΚ.

Από τις πρώτες μέρες που το μπλογκ βρέθηκε στις οθόνες των άλλων ανθρώπων μέχρι και σήμερα δεν μπορώ να συνηθίσω την έκθεση. Όποτε πατάω «δημοσίευση» σε ένα κείμενο, νιώθω σαν να είναι η πρώτη φορά που προσπαθώ να επικοινωνήσω με αυτό το ανώνυμο, ψηφιακό πλήθος. Αρχικά μικρό, στη συνέχεια μεγάλωνε, συνεχίζει να μεγαλώνει τρομάζοντάς με όποτε σκέφτομαι το μέγεθός του και τη σύνθεσή του από δεκάδες χιλιάδες ζευγάρια μάτια που διαβάζουν αυτά που γράφω και νιώθουν κάτι, αγωνιώ αν νιώθουν αυτό που νιώθω εγώ, αν ταυτίζονται, αν αναγνωρίζουν τον εαυτό τους σε μια κατάσταση που ίσως και να μην την έχουνε ζήσει αλλά αν την είχανε ζήσει θα ένιωθαν έτσι, άραγε, βλέπω τα σχόλια ανθρώπων που βρέθηκαν δίπλα ή παραδίπλα μου σε αυτήν τη διαδρομή από το 1989 στα ρημαγμένα πούλμαν της εποχής μέχρι και σήμερα που στα υπερπολυτελή λεωφορεία απαγορεύεται να μας μεταφέρουν ως την κοινή ουτοπία μας, χαίρομαι με τα όμορφα λόγια, πικραίνομαι με τις μικρότητες και τις κακίες, προσπαθώ να βρω την άκρη αν κάποιος επικοινωνεί επειδή βρήκαμε κοινό συναίσθημα κάπου ή επειδή ένιωσε έναν σφάχτη που του χτύπησα κάτι ευαίσθητο που απαγορεύει στον εαυτό του να σκάψει τόσο βαθιά και με κατηγορεί ως παραβάτη της σκέψης του. Οι φίλοι μου είναι οι φίλοι μου, αυτοί με βοήθησαν και με βοηθάνε ακόμα στο να συνεχίζω να στέκομαι όρθιος στην ψηφιακή χαβούζα της εποχής, ξέρουν ποιος είμαι, αναγνωρίζουν τι γράφω, επιβεβαιώνουν πως ό,τι γράφω πηγάζει βαθιά στην καρδιά. Οι υπόλοιποι είναι το στοίχημα, είναι το μόνιμο άγχος μου μην τυχόν και ένας από τους χιλιάδες σκεφτεί πως μια λέξη μου γράφτηκε από το μυαλό κι όχι από την ψυχή, εκεί έχω θέμα, δεν με πιάνει ο ύπνος. Δεν το ‘χω, δεν απολαμβάνω την εφήμερη «δόξα» του ίντερνετ, δεν καυχήθηκα ούτε στον εαυτό μου για τα «λάικ» ή τα «μπράβο» στα σχόλια -η μόνη μου αγωνία είναι να μην επιτρέψω σε κάποιον να με χαρακτηρίσει οτιδήποτε πέρα από αυτό που θαρρώ πως είμαι: Ένας άνθρωπος όπως όλοι οι άνθρωποι, με την ιδιαιτερότητα πως μου αρέσει να γράφω και να με διαβάζουν.

Με την απήχηση που πήρε το μπλογκ, ήρθαν κι οι πρώτες προτάσεις. Οι περισσότερες είχαν σχέση με ραδιόφωνο, κάτι που μου ήταν πολύ εύκολο να απορρίψω, καθώς η κατάσταση στα ερτζιανά της πόλης δεν έχει καμία συμβατότητα με αυτό που νιώθω πως είμαι. Όπως και αυτές για στήλη σε ιστοσελίδες, που και πάλι δεν υπήρχε κάτι να ταιριάξω και να το υποστηρίξω με την ψυχή που δίνω στα κείμενα που προορίζονται για τη δική μου σελίδα. Τέσσερις πολλοί ευγενικοί και γενναιόδωροι άνθρωποι πρότειναν να εκδώσουν σε βιβλίο κάποιες ιστορίες της σελίδας, αλλά με την οπτική της «παρακαταθήκης για τους μελλοντικούς Παοκτσήδες», κάτι που δεν νιώθω ικανός να αναλάβω ως ευθύνη, αλλά και δεν με αντιμετωπίζω ως άνθρωπο με τέτοιο προορισμό. Πάντα πίστευα και συνεχίζω να πιστεύω πως είμαι ένας από το πλήθος, ένας στην τύχη, ένα κεφάλι που διαλέγεις έτσι, χωρίς να σκεφτείς, από μια φωτογραφία της κερκίδας. Το γεγονός πως μπορώ να αποτυπώσω με λέξεις αυτό που νιώθω κι αυτό που, όπως αποδεικνύεται, νιώθουν πολλοί άλλοι, δεν με εξυψώνει και σε εκπρόσωπο μιας γενιάς και, το σημαντικότερο, ενός οπαδικού κινήματος.

Κάπου εκεί και μετά από κάποιες διαμάχες μου με δημοσιογράφους που χρησιμοποίησαν κείμενά μου σε Μέσα που πουλιούνταν στο εμπόριο, δηλαδή έβγαλαν χρήματα με τον -όποιο- κόπο μου, κάτι που δεν μπορώ να δεχτώ σε καμία περίπτωση ενώ σε όποιον κοινοποίησε, χρησιμοποίησε, εκφράστηκε μέσα από τις λέξεις μου χωρίς να βγάλει μεροκάματο δεν είπα και δεν πρόκειται ποτέ να πω τίποτα (αντιθέτως, νιώθω πως κάτι τέτοιο με τιμά), ήρθε η γνωριμία με τον μοναδικό δημοσιογράφο που με κέρδισε με μια του ατάκα. Ο τύπος επικοινώνησε μαζί μου για να ζητήσει την άδεια μου ώστε να πει, άκου τώρα, να πει στο ραδιόφωνο μία φράση που είχα γράψει. Και από τους χυδαίους συναδέλφους του που γέμιζαν σελίδες εφημερίδων στα περίπτερα χωρίς να με ρωτήσουν αλλά και μου επιτέθηκαν όταν ζήτησα τον λόγο, ήρθε ένας δημοσιογράφος που θεώρησε ως υποχρέωσή του να πάρει άδεια για να πει πέντε λέξεις, απλώς επειδή τις είχε διαβάσει από εμένα. Ακόμα δεν είχαμε ανακαλύψει πως ήμασταν αδέρφια γεννημένα από άλλους γονείς, αλλά με τον Γιάννη τον Ανδρουλιδάκη ήταν θέμα χρόνου να βρεθούμε και να επιβεβαιώσουμε πως, μπορεί να αργήσαμε, αλλά τη βρήκαμε τη φιλία που θα μας συντροφεύσει ως τα γκρινιάρικα γεράματά μας. Έλειπε από το πρώτο ραντεβού ο Νικόλας ο Τριανταφυλλίδης, που θα βρισκόμασταν οι τρεις μας στη Λιβαδειά να συζητήσουμε για το ντοκιμαντέρ που είχε σκοπό να γυρίσει τότε για τον ΠΑΟΚ ή το γύριζε ήδη, δεν το ‘χω ξεκάθαρο τώρα, αλλά είπαμε «την επόμενη φορά» και μείναμε να τα λέμε οι δυο μας.

Ο Γιάννης πήγε κείμενά μου στον Τόπο, στον Άρη Μαραγκόπουλο. Το επόμενο πρωί, ο Άρης πρότεινε να εκδώσω βιβλίο. «Εντάξει», είπα του Γιάννη, «υπερβολές». Αλλά κλείσαμε ένα ραντεβού, τέτοιον καιρό πέρσι, το πρωί του Παναθηναϊκός-ΠΑΟΚ, μετά το διωγμό του Τζαβέλλα, με απώτερο σκοπό να πούμε ό,τι είχαμε να πούμε με τον τύπο και μετά να πάμε στη Λεωφόρο για το ματς. Το ραντεβού καθυστέρησε, έγινε απόγευμα, βρεθήκαμε να τα λέμε για ώρες και τελικά όχι απλώς δεν πήγαμε γήπεδο αλλά καταλήξαμε να βλέπουμε εκείνο το καταθλιπτικό ματς από την τηλεόραση, στον Λάμπρο. Όλοι μίζεροι και αμίλητοι από το θέαμα, εγώ γεμάτος, ευτυχισμένος και περίεργα πολυλογάς -έστω, μέχρι το γκολ.

Ο Άρης Μαραγκόπουλος ήταν ο πρώτος άνθρωπος που με αντιμετώπισε ως λογοτέχνη. Δεν τον ενδιέφερε το ποδόσφαιρο, δεν είχε καμία παρατήρηση να κάνει για το περιεχόμενο των κειμένων, τον ένοιαζε μονάχα η Λέξη. Αυτό που γράφεις, πώς το γράφεις, τι νιώθεις, τι νιώθει ο άλλος όταν το διαβάζει. Αν η λέξη γίνεται αθάνατη, περνάει, ενσωματώνεται, βιώνεται από κάποιον άλλο που δεν την είχε βίωμα πριν τη διαβάσει. «Αν εκφράζεσαι από το ποδόσφαιρο, γράφε για το ποδόσφαιρο, αλλά γράφε. Γράψε και γι’ αυτό το φλιτζανάκι του καφέ άμα θέλεις, αλλά δεν υπάρχει καμία αμφιβολία πως είσαι ένας ολοκληρωμένος συγγραφέας και το βιβλίο το έχεις έτοιμο, με ποδόσφαιρο ή χωρίς». Κοιτούσα το φλιτζανάκι και δεν είχα απάντηση. Ο Άρης μου φυλούσε το καλύτερο δώρο για το τέλος, που ήταν η απόδειξη του τι έβλεπε στη γραφή μου: Έβαλε την πιο τιμητική ταμπέλα που βλέπεις μόλις το ανοίγεις: «Σύγχρονη Ελληνική Πεζογραφία».

Το «Μια Εποχή Στο Τσιμέντο» είναι το πρώτο βιβλίο μου στο οποίο δεν χρειάστηκε να δημιουργήσω χαρακτήρες, τόπους ή καταστάσεις. Είναι η πρώτη φορά που γράφω για μένα, για όσα έζησα και όσα έζησα είναι κυρίως η κερκίδα του ΠΑΟΚ, εφόσον το βιβλίο απομονώνει και απλώνει στο χαρτί όσα μου συνέβησαν μέσα σε μια συγκεκριμένη δεκαετία, που ορίζεται από την πρώτη μου εκδρομή, τον Νοέμβριο του 1989, ως την de facto ημερομηνία θανάτου της Old School γενιάς, τον Οκτώβριο του 1999. Η μισή μονάχος, η άλλη μισή με την Άννα συνοδοιπόρο ή αγωνιώντας με το πορτατίφ αναμμένο ώσπου να ακούσει το κλειδί στην εξώπορτα. Δεν θα ήθελα να διαβάσω πως «έγραψα ένα βιβλίο για τον ΠΑΟΚ». Όχι. Έγραψα ένα βιβλίο για μένα. Για μένα, για κάθε έναν σαν εμένα, για τις διπλανές θέσεις στα πούλμαν, για τα κορμιά που χοροπηδούσανε δίπλα μου στην Τούμπα και τα αφιλόξενα πέταλα των φιλοξενούμενων, για κάθε μαγεμένη ψυχή από τη γοητεία του δίχρωμου κασκόλ που είχε δέσει στον καρπό του ως φυλαχτό πριν πέσει στη θάλασσα για το λιμάνι της κερκίδας όπου έβρισκε τον προορισμό κάθε Κυριακής. Οι καπνοί, τα συνθήματα, τα ταξίδια, το αίμα, η πρέζα, το κάγκελο. Τα πούλμαν, το αλκοόλ, τα χάπια, οι πανηγυρισμοί. Οι χαρές, οι λύπες, τα ντου, τα σπασίματα, οι μπάτσοι. Η μυρωδιά του καμένου. Οι σφιγμένες γροθιές.

Θα ήθελα να έχω γράψει ένα βιβλίο στο οποίο αποτυπώνεται το ταξίδι κάθε οπαδού μέσα στην πιο ταραγμένη οπαδικά δεκαετία που έζησε η χώρα. Θα ήθελα να έχω γράψει ένα βιβλίο στο οποίο κάθε άνθρωπος που ακολούθησε μια ομάδα θα βρει κοινούς τόπους, όμοιες σκέψεις, παράλληλα πάθη. Θα ήθελα να έχω γράψει ένα βιβλίο που θα δίνει ξεκάθαρες απαντήσεις σε όποιον ενδιαφέρεται να μάθει για τον κόσμο των αποκαλούμενων «χούλιγκαν», που δεν ήταν χούλιγκαν αλλά παιδιά γεμάτα ενέργεια, ψυχές που έψαχναν εναλλακτικούς δρόμους από την ασφυξία της πρέζας και της ομογενοποίησης, πιστοί μιας θρησκείας που είχαν φτιάξει οι ίδιοι και λάτρευαν ως θεούς τους εαυτούς τους στρεφόμενοι στο χορτάρι ή το παρκέ, στριμωγμένοι ήρωες της καθεμέρας, απεγνωσμένοι έφηβοι που αναζητούσαν διέξοδο στην παλίρροια της ενηλικίωσης που τους τρομοκρατούσε σαν θεριό, άνθρωποι που απλώς ένιωθαν ολοκληρωμένοι όταν βρίσκονταν σ’ ένα τσιμεντένιο σκαλί και χειροκροτούσαν και φώναζαν και τραγουδούσαν και βρέθηκαν υπόλογοι επειδή αγαπούσαν κάτι που οι υπόλοιποι δεν καταλάβαιναν επειδή δεν άφηναν τον εαυτό τους να βυθιστεί στην πιο δυνατή μυρωδιά που έχει φτιάξει ο κόσμος από τότε που γεννήθηκε: Αυτή που βγάζει η ψυχή όταν νιώθει γεμάτη.

Δεν ξέρω αν τα κατάφερα. Θα μου το πει όποιος διαβάσει αυτό το βιβλίο, το πιο αγαπημένο μου δημιούργημα μετά τα παιδιά μου, το πιο δύσκολο πράγμα που έφτιαξα επειδή χρειάστηκε να ξαναζήσω μέρες και στιγμές που είχα θάψει βαθιά και ξανάνοιξα πληγές που είχα χρειαστεί χρόνια για να τις κλείσω. Εκεί μέσα είναι όλη η ζωή μου για μια δεκαετία που με βρήκε αμούστακο και με άφησε πνευματικά ανάπηρο και λειψό ως να πεθάνω, εκεί μέσα είναι οι ζωές των φίλων και των αδερφών και των συνταξιδιωτών και των αγνώστων που βρέθηκαν πλάι μου ή απέναντί μου, εκεί μέσα είναι το αίμα μου και η ψυχή μου ολόκληρη. Τα έκανα βιβλίο επειδή αυτό ξέρω να κάνω, να γράφω, δεν ξέρω τίποτε άλλο από μικρός -δεν ξέρω να αλλάζω ούτε μια καμένη λάμπα ή να βάζω μπρος ένα αυτοκίνητο. Αν από την πρώτη λέξη ως την τελευταία δεν σου μιλήσω, πάει να πει πως μιλάμε διαφορετική γλώσσα και έχασες τον χρόνο σου. Αν ακούσεις τη φωνή μου μέσα στις λέξεις, σημαίνει πως κάτι έκανα. Και αν το έκανα σωστά, άξιζε τον κόπο. Σε κάθε περίπτωση, σ’ ευχαριστώ που διάβασες αυτό το κείμενο, που μπορεί να είναι διήγημα ή ανάλυση ή δοκίμιο ή πεζογράφημα ή όπως θέλουν να το αποκαλούν οι καθηγητές Τέχνης, αλλά στην ουσία δεν ήταν παρά μια ιστορία: Η ιστορία για τις ιστορίες που γράφει κάποιος που του αρέσει να γράφει ιστορίες.


Η ανάσα σου ήτανε η πρώτη μου πατρίδα
Κι η μυρωδιά σου ήταν ο πρώτος μου εθισμός

Μια Εποχή Στο Τσιμέντο

ISOVITIS COVER 400Η ενηλικίωση ενός εφήβου στις τσιμεντένιες κερκίδες της δεκαετίας του ’90, μιας συναρπαστικής οπαδικής περιόδου που άφησε σακατεμένους όσους επέζησαν από τις παγίδες της. Οι εκδρομές, τα συνθήματα, οι πέτρες, τα κλομπ, η πρέζα που μύρισε κάθε φλέβα δεμένη με δίχρωμο κασκόλ.

Ο παράλληλος κόσμος που οι περισσότεροι αγνοούν ή προσποιούνται πως αγνοούν – μια ωδή στην κοινή ουτοπία των «χούλιγκαν», στα παιδιά που δε μεγάλωσαν, στις ζωές που δε θα αφηγηθεί κανείς πέρα από όσους τις είδαν να σβήνουν, Κυριακή με Κυριακή, στις γαλαρίες των πούλμαν και στα κάγκελα των γηπέδων.

Συνάμα, μια νοσταλγική ματιά, σε πρώτο πρόσωπο, από ένα μέλος της κερκίδας του ΠΑΟΚ, που απλώνει στο χαρτί καθετί σοβαρό ή αστείο, σημαντικό ή ασήμαντο μπορεί να ανασύρει από τη μνήμη του, από την πρώτη του στιγμή στους καπνούς του πετάλου μέχρι την τραγωδία που έκλεισε και σημάδεψε ολόκληρη τη δεκαετία, ορίζοντας και το τέλος της «Old School» γενιάς που έθεσε τους κανόνες της οπαδικής ζωής ουρλιάζοντας, χοροπηδώντας κι αιμορραγώντας στα γήπεδα και στους δρόμους.

FB

 
 
 
 

365 Albums

Κατόπιν πρόκλησης, οι 365 δίσκοι που με διαμόρφωσαν, με επηρέασαν, με ρήμαξαν.

48 The Wall

365048

47 Appetite For Destruction

365047

46 Speak English Or Die

365046

45 Μέσα Στη Νύχτα Των Άλλων

365045

44 Hell Awaits

365044

43 Ζωή

365043

42 L’Enfant Sauvage

365042

41 Leprosy

365041

40 Piel y Hueso

365040

39 Back Τo Black

365039

38 System Of A Down

365038