Καζούρα

Καζούρα

Δεν πρόκειται ποτέ...

Ξυστό

Ξυστό

Η εκδρομή είχε...

30

30

Εκείνη η στιγμή, πέντε...

Κεφτέδες

Κεφτέδες

Θυμάμαι που ξάπλωνα...

Τίτλος

Τίτλος

Το αρχείο που...

Τόλιος

Τόλιος

Δεν μπορούσαμε να...

Μηδέν

Μηδέν

Πόσο έτοιμοι...

Τέρατα

Τέρατα

Τα τέρατα μας...

Ωράρια

Ωράρια

Πέρσι είχα κάνει...

Γιαμάχα

Γιαμάχα

Η τριμελής επιτροπή...

Συνταγή

Συνταγή

Δεν είναι εύκολο...

Συλλφίλ

Συλλφίλ

Μπορεί η οπαδική...

  • Καζούρα

    Καζούρα

    Tuesday, 12 December 2017 14:12
  • Ξυστό

    Ξυστό

    Friday, 08 December 2017 15:10
  • 30

    30

    Wednesday, 06 December 2017 20:22
  • Κεφτέδες

    Κεφτέδες

    Saturday, 02 December 2017 13:48
  • Τίτλος

    Τίτλος

    Friday, 01 December 2017 10:03
  • Τόλιος

    Τόλιος

    Wednesday, 29 November 2017 21:08
  • Μηδέν

    Μηδέν

    Wednesday, 29 November 2017 12:12
  • Τέρατα

    Τέρατα

    Monday, 27 November 2017 19:41
  • Ωράρια

    Ωράρια

    Monday, 20 November 2017 15:26
  • Γιαμάχα

    Γιαμάχα

    Thursday, 16 November 2017 20:25
  • Συνταγή

    Συνταγή

    Thursday, 16 November 2017 00:23
  • Συλλφίλ

    Συλλφίλ

    Wednesday, 15 November 2017 15:06

tsimento1

Στα παιδιά μου δεν λέω ψέματα. Έχω πολλά πράγματα να βελτιώσω ως πατέρας, νιώθω κάθε βράδυ που πέφτω για ύπνο πως θα μπορούσα να έχω κάνει περισσότερα, να έχω θυσιάσει λίγα λεπτά παραπάνω για να μιλήσω ή να παίξω μαζί τους, αλλά αυτό που δεν κάνω είναι να τους παρουσιάζω την πραγματικότητα ως διαφορετική από αυτή που είναι.

Δεν τους λέω ψέματα. Στα ζόρια, όταν οι ερωτήσεις χρειάζονται απόκριση που μπορεί να ματώσει το στομάχι τους και να τους χαράξει για πάντα στο μυαλό τις λέξεις που θα ακούσουν, επιλέγω να πάω την κουβέντα αλλού. Να αναβάλω την αλήθεια για αργότερα, όταν θα είναι έτοιμη, καθεμιά τους, για την αλήθεια που ψάχνει, όταν η πληροφορία θα είναι χρήσιμη και θα μπορεί να επεξεργαστεί από τον εγκέφαλό της. Η τρέχουσα κατάσταση στην επίσημη θέση της οικογένειας περί ύπαρξης Άι-Βασίλη είναι «αν πιστεύεις εσύ πως υπάρχει». Όχι ψέμα -αναβολή της αλήθειας.

Το μοναδικό ψέμα που έλεγα επί χρόνια, αγγίζοντας την αυτολύπηση επειδή το έκανα συστηματικά, ήταν η απάντησή μου στο «γιατί κάθομαι τόσες ώρες και γράφω στον υπολογιστή». Πάντα, από το 2014 που ξεκίνησα τη σελίδα isovitis.gr και αφιέρωνα πολλές ώρες τη μέρα γεμίζοντας κενές ηλεκτρονικές σελίδες με τις σκέψεις και τις αναμνήσεις μου γύρω από τη ζωή μου και τον ΠΑΟΚ, που είναι όροι ταυτόσημοι από τα παιδικά μου χρόνια, η δικαιολογία μου ήταν «έχω δουλειά». «Κάνω δουλειά». «Πρέπει να τελειώσω μια δουλειά». Και η Ηλέκτρα, η Χουλιγκάνα, το σεβόταν, επειδή από τότε που άρχισε να αντιλαμβάνεται πώς λειτουργεί αυτός ο κόσμος γνώριζε πως ο μπαμπάς πρέπει να κάνει μία δουλειά, η μαμά πρέπει να κάνει μία δουλειά και αυτές οι δύο δουλειές των γονιών της θα της επέτρεπαν να έχει πράγματα να φάει, να πιει και να παίξει. «Εντάξει, μπαμπά, κάνε τη δουλειά σου κι όταν τελειώσεις έλα να μου διαβάσεις ένα παραμύθι». Κι εγώ συνέχιζα να γράφω για εκστρατείες στον Νότο και για μάχες με την αστυνομία, για ξερατά και αιματοβαμμένες επιστροφές μέσα στα πούλμαν, για πετροπόλεμους και συνθήματα, όσο η μικρή μου κοιμόταν στον καναπέ, δυο μέτρα πιο ‘κεί, περιμένοντας το παραμύθι, χωρίς να γνωρίζει πως το παραμύθι της το είχα ήδη πει από τη στιγμή που το είχε ζητήσει.

Ο μπαμπάς δεν είχε δουλειά. Ο μπαμπάς έψαχνε για δουλειά και έγραφε κείμενα για τη ζωή του και τη ζωή όσων γνώρισε, ανάμεσα στις αναζητήσεις, τις αγγελίες, τα τηλέφωνα στους γνωστούς και τους όχι τόσο γνωστούς, τις συνεντεύξεις για θέσεις που τον έκαναν να δακρύζει και να ιδρώνει, λίγο πριν χτυπήσει το κουδούνι της εταιρείας στην οποία είχε στείλει βιογραφικό, επειδή ήξερε πως δεν θα αντέξει να κάνει τόσο υποτιμητική για την αξιοπρέπειά του εργασία για περισσότερο από όσο καταφέρει να υπνώσει τον εαυτό του να λειτουργήσει με το ένστικτο της επιβίωσης και θα τα παρατήσει για να ξαναγυρίσει στη θαλπωρή των λέξεων, των πλήκτρων, των εικόνων που γεννούσε κάθε μέρα και τις δημοσίευε για να τις μοιραστεί με όσους είχαν ανάγκη από λέξεις και εικόνες και αποδράσεις. Ο μπαμπάς δεν μπορούσε να πει την αλήθεια, δεν άντεχε να εξηγήσει στην Ηλέκτρα τι πάει να πει «δεν έχω δουλειά, δεν βρίσκω δουλειά» και προτίμησε να πει ξεκάθαρα ψέματα: «Ο μπαμπάς έχει δουλειά», διακόπτοντας την αφήγηση ενός αγώνα που είχε ζήσει χρόνια πριν την κρατήσει για πρώτη φορά στην αγκαλιά του. Και επειδή την κοιτούσε στα μάτια, το ψέμα γινόταν εφιάλτης, τον στοίχειωνε, τον έκανε να γυρνάει όλη νύχτα στο κρεβάτι και να μην μπορεί να κοιμηθεί, να ξυπνάει με μάτια πρησμένα και το κορμί μια πέτρα που ήθελε να πετάξει πάνω σε κάτι και να το λιώσει, να το κάνει κομμάτια, να χάσει το βάρος της που καθημερινά αυξανόταν και δεν μπορούσε άλλο να το σύρει δυο μέτρα από το μοναδικό πράγμα που του έδινε ανάσες εκεί που οι ανάσες του είχαν σχεδόν τελειώσει: Το ξεφόρτωμα του μυαλού του ως λέξεις και σημεία στίξης, σε μια γωνιά του ψηφιακού κόσμου.

Το πιο μεγάλο ψέμα της ζωής μου, το μοναδικό πράγμα που θα ήθελα να μου συγχωρέσουν οι κόρες μου όταν θα φτάσουν σε ηλικία να διαθέτουν ολοκληρωμένη κρίση για τον πατέρα που τους μεγάλωσε και τι τους πρόσφερε από την πρώτη μέρα της ζωής τους, είναι το «έχω δουλειά» που τους έλεγα όποτε θυσίαζα χρόνο από τη δική τους ζωή για να γράφω ως «Ισοβίτης». Δεν απαιτώ να καταλάβουν πως η συγκεκριμένη ασχολία με κρατούσε και με κρατάει ψυχολογικά ισορροπημένο, πως ο μοναδικός τρόπος να συγκρατώ το μυαλό μου στα όρια και να μη σκάσει από όσα πέρασα τόσα χρόνια ήταν η γραφή, η συγγραφή, η αλληλεπίδραση με άβαταρ και ανθρώπους και φίλους, παλιούς και νέους, τα «μπράβο» και τα «λάθος», τα «συγχαρητήρια» και τα «θα πρέπει να ντρέπεσαι γι’ αυτά που γράφεις». Οι ώρες που περνούσα τα πρωινά μετά που τις άφηνα στον Παιδικό και ως να τις ξαναπάρω, κοιτάζοντας τη θάλασσα επί ώρες ψάχνοντας τη λύση στο συννεφιασμένο Θερμαϊκό, οι νύχτες που τις μάθαινα να μην βρέχουν το κρεβάτι τους πηγαίνοντάς τις στην τουαλέτα αγκαλιά ενόσω το κινητό χτυπούσε με δαιμονισμένες ειδοποιήσεις που απαιτούσαν εξηγήσεις από το οργισμένο αναγνωστικό κοινό για κάποιο αντιδραστικό κείμενο, τα απογεύματα στο κάγκελο του γηπέδου που τις φωτογράφιζαν και τις έβαζαν πρώτη σελίδα τα αθλητικά σάιτ με σοκολάτες στα μούτρα και η μάνα τους γκρίνιαζε, μην αρνηθείς, τις είδα στην τηλεόραση, τις πήρες γλυκά.

Η έκδοση του «Μια Εποχή Στο Τσιμέντο» είναι η απόλυτη εξιλέωση. Αυτά που έγραφε ο μπαμπάς τόσα χρόνια τελικά «ήταν δουλειά». Οι μνήμες του, οι σκέψεις του, οι ιστορίες του, όλα αυτά μπήκαν σε τάξη, έδωσαν έμπνευση σε ανθρώπους που τον εμπιστεύτηκαν, τον αγάπησαν, βρήκαν για τις λέξεις του το πιο ιερό σπίτι κάθε λέξης που γράφτηκε ποτέ και τις έκαναν βιβλίο. Ο μπαμπάς δεν έλεγε ψέματα. Ο μπαμπάς δούλευε. Μπορεί να μην το ήξερε, μπορεί να το έκανε εν αγνοία του, αλλά δεν σας κορόιδευε, μικρές μου αγάπες. Ο μπαμπάς άφηνε στο ηλεκτρονικό χαρτί σταγόνες από αίμα και αποτυπώματα καμένων εγκεφαλικών κυττάρων της νιότης του πιστεύοντας πως απλώς προσπαθεί να επιβιώσει από τους εφιάλτες της οικονομικής καταστροφής, της ανέχειας, της έξωσης, της περιπλάνησης μέχρι να βρει νέα στέγη για τα ρούχα και τα παιχνίδια και τα όνειρά σας, της καθημερινής πάλης για να μην αντιληφθείτε ούτε μια μαύρη σκέψη του και σας χαλάσει το χαμόγελο την ώρα που σας αποχαιρετούσε στην πόρτα του σχολείου, να μη ζήσετε ούτε στιγμή την κόλαση που ζούσε τόσα χρόνια μέσα στο κεφάλι και το στομάχι του, να παραμείνετε αθώες ως να ταιριάξετε μόνες σας στον κόσμο που σας περιμένει να τον αλλάξετε. Αλλά, τελικά, ο μπαμπάς έκανε λάθος: Σας έλεγε αλήθεια.

Για το περιεχόμενο του βιβλίου, που έρχεται να ικανοποιήσει, μεταξύ άλλων, όλους τους υπέροχους κάγκουρες που μου γράψανε «βγάλε ένα βιβλίο, ρε φίλε», θα μιλήσουμε προσεχώς. Για μένα, προσωπικά και δίχως δεύτερη σκέψη, η έκδοση που θα είναι στα βιβλιοπωλεία τις επόμενες ημέρες δεν συμβολίζει τίποτε άλλο πέρα από την κάθαρσή μου στα μάτια των παιδιών μου. Και, ανεξάρτητα από την όποια αποδοχή του στο αναγνωστικό κοινό, πέρα από την όποια κριτική για το λογοτεχνικό μου ταλέντο, πέρα από τις πωλήσεις ή την εμπορική του επιτυχία ή αποτυχία ή ό,τι άλλο θα γραφτεί και θα ειπωθεί για το πιο όμορφο σύνολο λέξεων και σκέψεων που κατάφερα να γράψω στη ζωή μου, το μόνο που μετράει είναι η αυτοσυγχώρεσή μου. Μια σκιά είχε μείνει, την έδιωξα. Καθάρισα. Είναι η πιο μεγάλη ανάσα που πήρα από τη μέρα που μου κόψανε το οξυγόνο και τριγυρνάω με δανεικό.

Περισπασμός

Περισπασμός

Η σαπουνόπερα με τι&s ...

Read more
Κραυγές

Κραυγές

Οι ρατσιστικές κραυγές ποτέ στο παρελθόν δεν είχαν αποτελέσει βασικό άξονα διαλεκτικής μίας αθλητική ...

Read more
0043

0043

Η προπονητική του κ&al ...

Read more
Γιατί

Γιατί

Πάντα το θέμα είναι το γιατί. Γιατί γράφεις κάτι. Γράφεις γιατί πληρώνεσαι, γράφεις γιατί γουστάρεις ...

Read more
Κριτής

Κριτής

O καλύτερος κριτής σου είναι το ίδιο σου το παιδί... Αδίστακτη κριτική λογοτεχνίας εδώ.   &nb ...

Read more
Pestin

Pestin

Ήμουν ο πιο ενημερ&omega ...

Read more
Φιλοξενούμενoι

Φιλοξενούμενoι

Πραγματικά, πολύ σημ&alpha ...

Read more
Υπομονή

Υπομονή

Σοβαρά τώρα, σ’ εμένα θα κάνεις μάθημα για την υπομονή; Σ’ εμένα θα κουνήσεις το δάχτυλο και θα με δ ...

Read more
Γιούρισιτς

Γιούρισιτς

Ένας από τους σημαντ&i ...

Read more
Πούλημα

Πούλημα

Στον τελικό του 2003 δεν είχα εισιτήριο. Ήταν να πάω, ήταν να μην πάω, περίεργη κατάσταση, τελικά δε ...

Read more
Χάσαμε

Χάσαμε

Επιστρέφαμε στην Καβάλα με τον Θοδωρή κι έναν ακόμα, νομίζω ήταν ο Μιχαλάκης. Το αμάξι πήγαινε μόνο ...

Read more
Μαγικό

Μαγικό

Να το παίζεις ντεμέκ ...

Read more

Μια Εποχή Στο Τσιμέντο

ISOVITIS COVER 400Η ενηλικίωση ενός εφήβου στις τσιμεντένιες κερκίδες της δεκαετίας του ’90, μιας συναρπαστικής οπαδικής περιόδου που άφησε σακατεμένους όσους επέζησαν από τις παγίδες της. Οι εκδρομές, τα συνθήματα, οι πέτρες, τα κλομπ, η πρέζα που μύρισε κάθε φλέβα δεμένη με δίχρωμο κασκόλ.

Ο παράλληλος κόσμος που οι περισσότεροι αγνοούν ή προσποιούνται πως αγνοούν – μια ωδή στην κοινή ουτοπία των «χούλιγκαν», στα παιδιά που δε μεγάλωσαν, στις ζωές που δε θα αφηγηθεί κανείς πέρα από όσους τις είδαν να σβήνουν, Κυριακή με Κυριακή, στις γαλαρίες των πούλμαν και στα κάγκελα των γηπέδων.

Συνάμα, μια νοσταλγική ματιά, σε πρώτο πρόσωπο, από ένα μέλος της κερκίδας του ΠΑΟΚ, που απλώνει στο χαρτί καθετί σοβαρό ή αστείο, σημαντικό ή ασήμαντο μπορεί να ανασύρει από τη μνήμη του, από την πρώτη του στιγμή στους καπνούς του πετάλου μέχρι την τραγωδία που έκλεισε και σημάδεψε ολόκληρη τη δεκαετία, ορίζοντας και το τέλος της «Old School» γενιάς που έθεσε τους κανόνες της οπαδικής ζωής ουρλιάζοντας, χοροπηδώντας κι αιμορραγώντας στα γήπεδα και στους δρόμους.