Πιάτσα

Πιάτσα

Τα τελευταία...

Καζούρα

Καζούρα

Δεν πρόκειται ποτέ...

Ξυστό

Ξυστό

Η εκδρομή είχε...

30

30

Εκείνη η στιγμή, πέντε...

Κεφτέδες

Κεφτέδες

Θυμάμαι που ξάπλωνα...

Τίτλος

Τίτλος

Το αρχείο που...

Τόλιος

Τόλιος

Δεν μπορούσαμε να...

Μηδέν

Μηδέν

Πόσο έτοιμοι...

Τέρατα

Τέρατα

Τα τέρατα μας...

Ωράρια

Ωράρια

Πέρσι είχα κάνει...

Γιαμάχα

Γιαμάχα

Η τριμελής επιτροπή...

Συνταγή

Συνταγή

Δεν είναι εύκολο...

  • Πιάτσα

    Πιάτσα

    Wednesday, 13 December 2017 12:20
  • Καζούρα

    Καζούρα

    Tuesday, 12 December 2017 14:12
  • Ξυστό

    Ξυστό

    Friday, 08 December 2017 15:10
  • 30

    30

    Wednesday, 06 December 2017 20:22
  • Κεφτέδες

    Κεφτέδες

    Saturday, 02 December 2017 13:48
  • Τίτλος

    Τίτλος

    Friday, 01 December 2017 10:03
  • Τόλιος

    Τόλιος

    Wednesday, 29 November 2017 21:08
  • Μηδέν

    Μηδέν

    Wednesday, 29 November 2017 12:12
  • Τέρατα

    Τέρατα

    Monday, 27 November 2017 19:41
  • Ωράρια

    Ωράρια

    Monday, 20 November 2017 15:26
  • Γιαμάχα

    Γιαμάχα

    Thursday, 16 November 2017 20:25
  • Συνταγή

    Συνταγή

    Thursday, 16 November 2017 00:23

mikrofo

Με κάθε αντίπαλο έχουμε τις διαφορές μας. Με άλλους μικρές, με άλλους μεγάλες, αλλά είναι τέτοια η φύση του οπαδισμού που, εξ ορισμού, υποστηρίζοντας φανατικά μια ομάδα που συγκρούεται μόνιμα με κάποιον αντίπαλο, αυτό θα μεταφέρεται και στον κόσμο που την ακολουθεί. Έχω προλάβει την εποχή που ο βασικός σου αντίπαλος ήταν ο κόσμος της ομάδας με την οποία έπαιζες και όχι η αστυνομία. Τις πορείες προς το Χαριλάου, τις βολτίτσες στο Καυτανζόγλειο, τις εκδρομές στην Αθήνα, τον Πειραιά και την επαρχία. Αν εξαιρέσεις τους οπαδούς δύο-τριών συγκεκριμένων ομάδων, με όλους είχαμε άγριες κόντρες, με συγκρούσεις, ντου, πετροπολέμους και όλα τα σχετικά που προκύπτουν από συναντήσεις αντιπάλων οπαδών.

Σήμερα, το πεδίο έχει μεταφερθεί κυρίως στο επικοινωνιακό κομμάτι. Social media, πανιά, μηνύματα. Η απαγόρευση των μετακινήσεων έχει μειώσει την αλληλεπίδραση στο συγκεκριμένο θέμα -στρέφει αλλού την εκτόνωση των φορτισμένων νέων με το αίμα που βράζει, βέβαια, αλλά αυτό είναι παράγραφος άλλης κουβέντας. Όμως οι αντίπαλοι παραμένουν αντίπαλοι, είτε στο δρόμο και το απέναντι πέταλο είτε στον ψηφιακό κόσμο. Κι αν έχουν αλλάξει κάπως οι συσχετισμοί, αυτό που είναι πλέον αποδεκτό από το σύνολο όσων επιμένουν να βρίσκονται στις κερκίδες του ελληνικού ποδοσφαίρου αφορά στη μοναδική οπαδική μερίδα που αποτελεί παραφωνία, στους μόνους που έχουν μεταλλαχθεί σε κάτι άλλο από υποστηριχτές μιας αθλητικής ομάδας.

Και με τους βάζελους μαλώνουμε, και με τα χανούμια, και με τα σκουλήκια, και με τις γριές, και με όποιον βρούμε απέναντί μας. Θα πούμε εμείς, θα μας πούνε αυτοί, θα μας ταπώσουν, θα τους ταπώσουμε. Αλλά όλοι μας θα ξέρουμε πως η όποια κόντρα έχει βάσεις, έχει κανόνες και, μέσες-άκρες, όλοι θα παίξουν το παιχνίδι όπως πρέπει να παίζεται. Αλλά κάθε οπαδός, τουλάχιστον κάθε οπαδός οποιασδήποτε ομάδας που έχω συναντήσει εγώ τα τελευταία χρόνια, σε Θεσσαλονίκη, Αθήνα και οπουδήποτε, θα ανοίξει άλλη κουβέντα όταν αναφερθεί η λέξη «γαύροι». Ορίζοντας το «γαύροι» ως οι οπαδοί του Ολυμπιακού Πειραιά που συνεχίζουν να στηρίζουν τον Βαγγέλη Μαρινάκη και να τον προστατεύουν ως Μεσσία τους.

Οι γαύροι διασχίζουν όλο τον Πειραιά, όλη την Αθήνα, φτάνουν στο Μενίδι με δεκάδες μηχανάκια, περνούν από χίλιες κάμερες, κάνουν δολοφονική απόπειρα εναντίον πολιτών, επιβατών μιας αμαξοστοιχίας, και τη βγάζουν καθαρή για να το ξανακάνουν όποτε γουστάρουν -μόνο κολλητοί, προστατευόμενοι των μπάτσων έχουν τέτοιες δυνατότητες. Οι γαύροι εξορίζουν από το ίδιο τους το πέταλο, τον Ιερό Τόπο κάθε οπαδικής συλλογικότητας, όποιους δεν δηλώνουν πλήρη και τυφλή στήριξη στον ένα και μοναδικό ηγέτη, ο οποίος κατηγορείται από όποιον μιλάει ελληνικά ή πακιστανικά για τα μεγαλύτερα εγκλήματα στη σύγχρονη ελληνική αθλητική (και όχι μόνο) ιστορία. Οι γαύροι γίνονται περίγελος σε όλη την Ευρώπη με ασυνάρτητα και εξευτελιστικά κορεό της πλάκας, στα οποία αναρωτιέσαι αν έχει ανάμειξη κάποιος οπαδός άλλης ομάδας που τους κοροϊδεύει και τους βάζει να αυτοτρολάρονται. Οι γαύροι σηκώνουν πανιά ευχόμενοι «θάνατο» σε αντιπάλους, στα ίδια κάγκελα όπου σηκώνουν πανιά μνήμης για τον θάνατο των αδερφών τους που έκλαψε και κλαίει όλη η Ελλάδα. Οι γαύροι έχουν μετατραπεί σε δουλικά, σε τσάτσους του αφεντικού, με μηδενική δυνατότητα κριτικής προς τον εργοδότη τους, δέρνοντας μέχρι και άλλους γαύρους όταν τολμάνε να αραδιάσουν πέντε κουβέντες διαμαρτυρίας.

Δεν μπορούμε, ως ελληνικό οπαδικό κίνημα, να τους αποκαλούμε άλλο ως «ντροπή των οπαδών». Θα πρέπει, επιτέλους, να τους αφήσουμε απ’ έξω. Δεν είναι οπαδοί, δεν ανήκουν στην ευρύτερη οικογένεια των ανθρώπων που τρέχουν πίσω από την ομάδα τους με τα δίχρωμα κασκόλ, μας ντροπιάζει και μόνο που τους θεωρούμε ομοίους μας -έστω, του χειρότερου, του πιο εξευτελιστικού είδους. Το ελληνικό οπαδικό κίνημα θα ήταν σωστό να ορίζεται ως «το σύνολο των οπαδών κάθε ομάδας, εκτός από αυτούς του Ολυμπιακού, οι οποίοι είναι όργανα και εργαλεία της διοίκησης της ποδοσφαιρικής του ομάδας».

Έχει υπάρξει ποτέ περίπτωση σε γήπεδο, σε όλο τον κόσμο, στην ιστορία του αθλητισμού, όπου πάνω από τριάντα χιλιάδες ανθρώπους στις εξέδρες και τις φωνές των σχολιαστών να ακούγεται το σύνθημα της μικροφωνικής; Να παίζεται ένα παιχνίδι, το γήπεδο να είναι γεμάτο σε ένα ντέρμπι, αλλά αντί για τις φωνές του κόσμου να ακούγεται το μικρόφωνο του οργανωτή που τραγουδάει σαν πρώτο όνομα στα μπουζούκια και από πίσω του οι «φανατικοί» του πετάλου να περιμένουν να του πετάξουν γαρδένιες; Κι όμως, όχι απλώς έχει υπάρξει, αλλά γίνεται συνεχώς και θα γίνεται όσο οι γαύροι παραμένουν καραγκιοζάκια στα χέρια του μεγάλου τους τιμονιέρη -όχι απλώς γίνεται, αλλά το περηφανεύονται κιόλας, βγάζουν και καλλιτεχνικές φωτογραφίες με το μικρόφωνο στο χέρι και τις κοινοποιούν μεταξύ τους, δεν υπάρχει αυτό το πράμα, η λέξη «πάτος» αλλάζει έννοια διαρκώς. Το μόνο που έχω απορία είναι τι θα γίνει αν επιτραπούν ποτέ ξανά οι μετακινήσεις και βρεθούμε απέναντί τους κάνα-δυο χιλιάρικα μασίφ από εδώ: Πόσους ενισχυτές θα κουβαλήσουν στο Φάληρο για να καταφέρουν να ακουστούν πιο δυνατά από εμάς;

Μπελούσι

Μπελούσι

Πριν μια βδομάδα, ο Τ&zet ...

Read more
Έφυγε

Έφυγε

Ήμουν εκεί στο ντεμπούτο του, με τη Λοκομοτίβ Τυφλίδας, όπου ξεπετάχτηκε από το πουθενά και σκόραρε ...

Read more
Τούρτα

Τούρτα

Όποιος θυμάται έναν π& ...

Read more
Τάμα

Τάμα

Μεγάλωσα σε θρησκευόμενο χωριό. Ή, τέλος πάντων, σε χωριό όπου η θρησκεία έπαιζε μεγάλο ρόλο στην κα ...

Read more
Χρέος

Χρέος

Το πρώτο αγωνιστικό Σαββατοκύριακο της χρονιάς είναι πραγματικά ενδιαφέρον. ...

Read more
Σέλφι

Σέλφι

Τώρα εμείς της γενιάς μας ακούμε λολ και μένσιον και σέλφι και δεν έχουμε ιδέα τι εννοούν τα παιδιά. ...

Read more
Θάνος

Θάνος

Είχαμε πάρει τα εισ& ...

Read more
Φωτάκια

Φωτάκια

Φορούσε πόσο καιρό η κόρη μου αυτά τα σαχλαμαρίστικα παιδικά παπούτσια με τα φωτάκια που αναβοσβήνου ...

Read more
Καθυστέρηση

Καθυστέρηση

ΠΑΟΚ-Ηρακλής, βάζει πρώτη γκολ η γριά. Αρχίζουν να πέφτουν σε κάθε φάση, καθυστερήσεις και τα γνωστά ...

Read more
Βασιλάκης

Βασιλάκης

Η μεγαλύτερη διαιτ&e ...

Read more
Κάμπριο

Κάμπριο

Όποια ιστορία και ν&alpha ...

Read more
0007

0007

Το είχαμε ως ιερο&tau ...

Read more

Μια Εποχή Στο Τσιμέντο

ISOVITIS COVER 400Η ενηλικίωση ενός εφήβου στις τσιμεντένιες κερκίδες της δεκαετίας του ’90, μιας συναρπαστικής οπαδικής περιόδου που άφησε σακατεμένους όσους επέζησαν από τις παγίδες της. Οι εκδρομές, τα συνθήματα, οι πέτρες, τα κλομπ, η πρέζα που μύρισε κάθε φλέβα δεμένη με δίχρωμο κασκόλ.

Ο παράλληλος κόσμος που οι περισσότεροι αγνοούν ή προσποιούνται πως αγνοούν – μια ωδή στην κοινή ουτοπία των «χούλιγκαν», στα παιδιά που δε μεγάλωσαν, στις ζωές που δε θα αφηγηθεί κανείς πέρα από όσους τις είδαν να σβήνουν, Κυριακή με Κυριακή, στις γαλαρίες των πούλμαν και στα κάγκελα των γηπέδων.

Συνάμα, μια νοσταλγική ματιά, σε πρώτο πρόσωπο, από ένα μέλος της κερκίδας του ΠΑΟΚ, που απλώνει στο χαρτί καθετί σοβαρό ή αστείο, σημαντικό ή ασήμαντο μπορεί να ανασύρει από τη μνήμη του, από την πρώτη του στιγμή στους καπνούς του πετάλου μέχρι την τραγωδία που έκλεισε και σημάδεψε ολόκληρη τη δεκαετία, ορίζοντας και το τέλος της «Old School» γενιάς που έθεσε τους κανόνες της οπαδικής ζωής ουρλιάζοντας, χοροπηδώντας κι αιμορραγώντας στα γήπεδα και στους δρόμους.