Δεν

Δεν

Το Σάββατο, όπως...

Επέτειος

Επέτειος

Το «Μια Εποχή Στο...

Μπάτσων

Μπάτσων

Ποτέ δεν είσαι...

Μαργαρίτης

Μαργαρίτης

Στις 17 Δεκεμβρίου...

Ασταδιάλα

Ασταδιάλα

Ναι, ρε Παοκάρα, ναι,...

Cobalt

Cobalt

Αυτός είναι ο Φώτης....

Zωές

Zωές

Τους παρατηρούσα...

Σχέδιο

Σχέδιο

Ο μπαμπάς μόλις είχε...

Απορία

Απορία

Πλησίαζε το...

Άουτ

Άουτ

Η «Τούμπα-Κόλαση»...

Ζάχαρο

Ζάχαρο

Το κυλικείο της 4...

Ranking

Ranking

Από την έναρξη του...

  • Δεν

    Δεν

    Tuesday, 06 November 2018 14:41
  • Επέτειος

    Επέτειος

    Friday, 02 November 2018 15:39
  • Μπάτσων

    Μπάτσων

    Thursday, 01 November 2018 22:47
  • Μαργαρίτης

    Μαργαρίτης

    Tuesday, 30 October 2018 23:33
  • Ασταδιάλα

    Ασταδιάλα

    Thursday, 25 October 2018 23:58
  • Cobalt

    Cobalt

    Friday, 19 October 2018 22:56
  • Zωές

    Zωές

    Friday, 19 October 2018 01:22
  • Σχέδιο

    Σχέδιο

    Wednesday, 10 October 2018 18:36
  • Απορία

    Απορία

    Thursday, 27 September 2018 08:48
  • Άουτ

    Άουτ

    Sunday, 23 September 2018 11:26
  • Ζάχαρο

    Ζάχαρο

    Sunday, 23 September 2018 01:11
  • Ranking

    Ranking

    Wednesday, 15 August 2018 18:54

ponaneΈχεις τον πόνο σου από το χάλι του πρώτου ημιχρόνου στη Σουηδία, σου προκύπτουν και από το πουθενά εκδηλωτικά χανούμια στα πέντε μέτρα.

Στην καρδιά της Κάτω Τούμπας, της μοναδικής γειτονιάς που μπορεί να ισχυριστεί πως έχει μεγαλώσει ανθρώπους με τη χαρακτηριστική ποιότητα συμπεριφοράς και ψυχραιμίας της θεσσαλονικιώτικης Άγριας Δύσης. Πέντε μέτρα πίσω από τα πονεμένα κεφάλια μας, ίσως και λιγότερο, όσο πλάτος έχει το δρομάκι ανάμεσα στο καφενείο όπου βλέπαμε το παιχνίδι και το ισόγειο στην απέναντι γωνία. Ακούστηκαν οι άσχετες φωνές, εκεί κάπου στην έναρξη του δικού μας δεύτερου ημιχρόνου, στο Έστερσουντ δε συνέβαινε τίποτα, άρα οι φωνές δεν αφορούσαν στον ΠΑΟΚ.

Κάναμε ένα γύρο με τα βλέμματα τις διπλανές πολυκατοικίες. «Η ΑΕΚ κέρδισε πέναλτι», είπε ένας που είχε ανοιχτά τριάντα παράθυρα στο κινητό του επειδή είναι λάτρης του αθλητισμού. «Χανούμια είναι», συμπέρανε ο διπλανός, με μάτια που άστραφταν, λίγο από το αλκοόλ, που η σερβιτόρα στα μονά λεπτά του ρολογιού έφερνε μπύρα και στα ζυγά ξεκινούσε να φέρει την επόμενη, λίγο από τη φρίκη της εμφάνισης της ομάδας. Δευτερόλεπτα πριν, ένα σκαθάρι περνούσε κάτω από το τραπέζι μας και όλη η παρέα συμφώνησε πως ο Σάχοβ θα το προλάβαινε μόνο με μηχανάκι.

«Τους βρήκα», φώναξε κάποιος. «Εκεί, παίζει την ΑΕΚ». Ακριβώς απέναντι, σε διαμέρισμα όπου σκαρφάλωνες με έναν πήδο, γυρίσαμε όλοι και είδαμε το ΟΑΚΑ. Σε εκείνο το σημείο ακούστηκε ένα «γκολ» -όχι πολύ δυνατά, αλλά ακούστηκε. «Γαμημένα πουστοχάνουμα, μέσα στο σπίτι μας, τώρα θα γίνει της πουτάνας». Σηκώνεται κόσμος, πλησιάζει στο ανοιχτό παράθυρο του σπιτιού και αρχίζει ο εμετός. «Θα σας κάψουμε ζωντανούς, ρε μαλακισμένα, παίζει ο ΠΑΟΚ κι εσείς μας πουλάτε τρέλα, άντε γαμώ τα σπίτια σας, να πούμε» και διάφορα άλλα που δε γράφονται εξαιτίας της λογοκρισίας. «Μόλις τελειώσει ο ΠΑΟΚ θα πεθάνετε, ρε μπάσταρδα», ενημέρωσε ο πιο λογικός της παρέας, γιατί ναι μεν υπάρχει αυτό το πολύ ενοχλητικό θέμα που πρέπει να τακτοποιηθεί, αλλά έχουμε κι έναν αγώνα του ΠΑΟΚ να δούμε πρώτα. Όχι πως είναι κανένα σημαντικό ματς, με ένα σουηδικό χωριό παίζουμε και θα προκριθούμε για πλάκα, αλλά, όπως και να ‘χει, παίζει ο ΠΑΟΚ. Και ξανακάτσανε όλοι, ψάχνοντας πάλι τη σερβιτόρα για ανατροφοδότηση.

Μέχρι τη λήξη δεν ξανακούστηκαν σε τέτοια ένταση, αλλά σε κάποιες διακοπές του δικού μας ματς έφταναν οι κουβέντες τους, δεν το πιστεύαμε, ρε φίλε, τους είχαμε φωνάξει από το παράθυρο πως σε λίγη ώρα θα γίνει μακελειό κι αυτοί μυαλό δεν έβαζαν. Τσεκάραμε κι ακόμα ΑΕΚ βλέπανε, απτόητοι. «Ρε μήπως είναι τίποτα δικοί μας που δεν έχουν ΟΤΕ και το έχουν απλώς να παίζει και βλέπουν τον ΠΑΟΚ σε κάνα στρίμινγκ»; «Ρε τι δικοί μας, υπάρχει Παοκτσής που παίζει ο ΠΑΟΚ κι αυτός έχει άλλη ομάδα στην τηλεόραση»; «Ε και πώς γίνεται, ρε φίλε, να το συνεχίζουν μετά από τέτοιο τραμπούκο, μόνο μέσα στο σπίτι τους δεν μπήκαμε πριν, δε φοβούνται, να πούμε»; «Μπορεί να έχουν θωρακισμένη πόρτα». «Αφού έχουν ανοιχτά παράθυρα και οι κουρτίνες παίρνουν φωτιά με αναπτήρα αν πατήσεις πάνω σε ένα καφάσι». «Θα χτυπήσω το κουδούνι και θα πω ότι ήρθαν οι πίτσες, ας είναι θωρακισμένη, θα ανοίξουν». «Αφού δεν έχουν παραγγείλει, γιατί να ανοίξουν». «Πίτσες είναι, ρε μαλάκα, ποιος δεν ανοίγει για πίτσες». «Σωστό κι αυτό, δεν το σκέφτηκα». «Ε, άμα δε σκέφτεσαι να μη μιλάς και λες μαλακίες».

Ο ΠΑΟΚ χάνει την ευκαιρία στο ενενήντα φεύγα και η παγωνιά απλώνεται στο καφενείο, όλοι μούγκα. «Τώρα θα την πληρώσουν τα χανούμια, πετάγεται μια φωνή». Λήγει το ματς, σηκώνεται κόσμος φορτισμένος, τρελαμένος, αδύνατο να πιστέψει οποιοσδήποτε τι έχει μόλις παρακολουθήσει. Εμφανίζεται ο μαγαζάτορας, «καλά, ρε μαλάκα, έχεις φωλιά χανουμιών δίπλα στο μαγαζί σου και δε λες τίποτα»; «Φωλιά; Πού»; «Εκεί».

«Εκεί μένει αυτός», λέει ο μαγαζάτορας και μας δείχνει πονεμένο συνοπαδό με γουρλωμένα μάτια, όπως τα δικά μας, μέσα στο καφενείο. «Τι πίνετε, ρε μαλάκες, αυτός είναι ΠΑΟΚ, τι λέτε τώρα». Τι πίνουμε, αυτά που μας φέρνει η γκαρσόνα σου πίνουμε. «Και αφού είναι ΠΑΟΚ γιατί βλέπουν ΑΕΚ στο σπίτι του»; Έρχεται πιο κοντά, βλέπει από το σημείο όπου καθόμαστε. «Ρε θα με τρελάνετε, ποια ΑΕΚ βλέπουνε απέναντι, η αντανάκλαση στο τζάμι της δικιάς μας τηλεόρασης είναι, από το πατάρι». «Και από που ακούστηκαν οι φωνές»; «Από πάνω θα ακούστηκαν, κάνει αντίλαλο». Τσεκάρουμε κάπως πιο διεξοδικά αυτό που μας λέει, δε μιλάει κανείς. «Και γιατί να παίζει ΑΕΚ στο δικό μας πατάρι», έρχεται η λογική ερώτηση από κάποιον. «Είναι δύο χανούμια, φίλοι, ρώτησαν αν μπορούν να δούνε το ματς στο πατάρι που δεν πάει κανείς και τους είπαμε ναι». «Γνωστοί»; «Ναι». «Ρώτησαν»; «Ναι». «Τους ξέρεις»; «Ναι, ρε, τους ξέρω, εντάξει είναι». «Άντε γαμήσου, ρε Λουτσέσκου, ουστ, κοπρόσκυλα όλοι, να πούμε, ξύπνα, ρε ξεφτίλα Σαββίδη, άντε στο διάολο όλοι σας, ρε τσογλάνια, να πούμε».

Μια Εποχή Στο Τσιμέντο

ISOVITIS COVER 400Η ενηλικίωση ενός εφήβου στις τσιμεντένιες κερκίδες της δεκαετίας του ’90, μιας συναρπαστικής οπαδικής περιόδου που άφησε σακατεμένους όσους επέζησαν από τις παγίδες της. Οι εκδρομές, τα συνθήματα, οι πέτρες, τα κλομπ, η πρέζα που μύρισε κάθε φλέβα δεμένη με δίχρωμο κασκόλ.

Ο παράλληλος κόσμος που οι περισσότεροι αγνοούν ή προσποιούνται πως αγνοούν – μια ωδή στην κοινή ουτοπία των «χούλιγκαν», στα παιδιά που δε μεγάλωσαν, στις ζωές που δε θα αφηγηθεί κανείς πέρα από όσους τις είδαν να σβήνουν, Κυριακή με Κυριακή, στις γαλαρίες των πούλμαν και στα κάγκελα των γηπέδων.

Συνάμα, μια νοσταλγική ματιά, σε πρώτο πρόσωπο, από ένα μέλος της κερκίδας του ΠΑΟΚ, που απλώνει στο χαρτί καθετί σοβαρό ή αστείο, σημαντικό ή ασήμαντο μπορεί να ανασύρει από τη μνήμη του, από την πρώτη του στιγμή στους καπνούς του πετάλου μέχρι την τραγωδία που έκλεισε και σημάδεψε ολόκληρη τη δεκαετία, ορίζοντας και το τέλος της «Old School» γενιάς που έθεσε τους κανόνες της οπαδικής ζωής ουρλιάζοντας, χοροπηδώντας κι αιμορραγώντας στα γήπεδα και στους δρόμους.

FB