Δεν

Δεν

Το Σάββατο, όπως...

Επέτειος

Επέτειος

Το «Μια Εποχή Στο...

Μπάτσων

Μπάτσων

Ποτέ δεν είσαι...

Μαργαρίτης

Μαργαρίτης

Στις 17 Δεκεμβρίου...

Ασταδιάλα

Ασταδιάλα

Ναι, ρε Παοκάρα, ναι,...

Cobalt

Cobalt

Αυτός είναι ο Φώτης....

Zωές

Zωές

Τους παρατηρούσα...

Σχέδιο

Σχέδιο

Ο μπαμπάς μόλις είχε...

Απορία

Απορία

Πλησίαζε το...

Άουτ

Άουτ

Η «Τούμπα-Κόλαση»...

Ζάχαρο

Ζάχαρο

Το κυλικείο της 4...

Ranking

Ranking

Από την έναρξη του...

  • Δεν

    Δεν

    Tuesday, 06 November 2018 14:41
  • Επέτειος

    Επέτειος

    Friday, 02 November 2018 15:39
  • Μπάτσων

    Μπάτσων

    Thursday, 01 November 2018 22:47
  • Μαργαρίτης

    Μαργαρίτης

    Tuesday, 30 October 2018 23:33
  • Ασταδιάλα

    Ασταδιάλα

    Thursday, 25 October 2018 23:58
  • Cobalt

    Cobalt

    Friday, 19 October 2018 22:56
  • Zωές

    Zωές

    Friday, 19 October 2018 01:22
  • Σχέδιο

    Σχέδιο

    Wednesday, 10 October 2018 18:36
  • Απορία

    Απορία

    Thursday, 27 September 2018 08:48
  • Άουτ

    Άουτ

    Sunday, 23 September 2018 11:26
  • Ζάχαρο

    Ζάχαρο

    Sunday, 23 September 2018 01:11
  • Ranking

    Ranking

    Wednesday, 15 August 2018 18:54

hannibalaΔε θυμάμαι να έχω ξενερώσει τόσο άσχημα άλλη φορά στην κερκίδα από ένα γκολ. Κι έχω δει πολλά γκολ, αμέτρητες φορές τα δίχτυα μας να κουνιούνται, έχω ζήσει ήττες στις καθυστερήσεις, αυτογκόλ, κόντρες, καραμπόλες, αποκλεισμούς, έχω κλάψει, έχω σαλτάρει, έχω ξεφύγει κι έχω κάνει ώρες να επανέλθω από ένα γκολ που έφαγε ο ΠΑΟΚ.

Αλλά τέτοιο ξενέρωμα πρώτη φορά. Να φτάνεις σε τελικό που φτάνεις μια φορά κάθε τόσα χρόνια, να είσαι καλύτερη ομάδα, να έχεις μαζέψει μια κερκίδα από σίδερο που δε σταματάει να χοροπηδάει από νωρίς, να παίζεις όντως καλύτερα, να προηγείσαι και να το βλέπεις πως το πράμα είναι ιδανικό για το γλέντι του αιώνα, να ρίξεις τρία-τέσσερα γκολ και να το πανηγυρίζεις μέχρι του χρόνου, να δακρύζεις και να αγκαλιάζεσαι με όποιον βλέπεις μπροστά σου στην κερκίδα και πριν τελειώσεις τις αγκαλιές να βλέπεις τον τροχονόμο να ξανακάνει, που έχουμε χάσει το μέτρημα πόσες φορές το έχει κάνει τόσα χρόνια και κανείς δεν καταλαβαίνει το λόγο που ακόμα τον βλέπουμε κάτω από την εστία μας, αυτό που ξέρει καλύτερα από τον καθένα: Τη μαλακία της ζωής του, ξεπερνώντας συνεχώς την προηγούμενη.

Πέντε χρόνια μετά τον άνεμο που τον πήρε και τον σήκωσε τον προημιτελικό με τον Ατρόμητο, τρία χρόνια μετά τη Ριζούπολη, δύο χρόνια μετά το Ηράκλειο, φέτος με τον Ολυμπιακό, την Ξάνθη, τον Ηρακλή, τα απανωτά ρεσιτάλ δε σταματάνε ποτέ. Αυτός εκεί, μόνιμος, βασικός -αρχηγός! Αρχηγός μιας ομάδας που σχεδόν ο καθένας τους θα μπορούσε να φοράει το περιβραχιόνιο, αρχηγός δέκα συμπαικτών του που τον τελευταίο καιρό μας είχαν μαγέψει πριν μείνουν στα πανηγύρια της κούπας, αρχηγός που από νωρίς μας άγχωνε τι θα γίνει απόψε αν το πάρουμε και το σηκώσει αυτός, θα φύγουμε στην απονομή για να μη μας μείνει κανένα τραύμα.

Το 2015 θα ήταν, επιτέλους, η τελευταία του χρονιά. Δεν ήταν. Ως παγκόσμια πρωτοτυπία, μέχρι το τελευταίο ματς της σεζόν αγωνιζόταν, με διοικητική εντολή, ο τερματοφύλακας που θα έφευγε και ο τερματοφύλακας που είχε συμβόλαιο καθόταν στον πάγκο. Επέστρεψε και μόλις επέστρεψε μας υπενθύμισε, μήνες μετά, στη Δανία, τι είναι ικανός να κάνει. Αλλά ποιος ξέρει τι παίχτηκε πάλι, τι δεν καταλαβαίνω, τι δε βλέπω, τι συμβαίνει μπροστά στα μάτια μου κι εγώ είμαι ανίκανος να το συλλάβω, πάλι ξανάγινε πρώτος, πάλι άρχισε τις απανωτές γκάφες κι εμείς τα εγκεφαλικά. Όλοι έρχονται και φεύγουν, όλοι κρίνονται ως ανεπαρκείς, αυτός συνεχίζει. Κλείνει ακριβώς δέκα χρόνια στον ΠΑΟΚ από το καλοκαίρι του 2007.

«Ναι, αλλά αυτός μας έσωσε στον ημιτελικό», «ναι, αλλά αυτός τότε σ’ εκείνο το ματς», «ναι, αλλά», «ναι, αλλά». Δε θέλω τερματοφύλακα «ναι, αλλά». Δε θέλω αρχηγό «ναι, αλλά». Δε θέλω σκιά κάτω από τα δοκάρια. Δε θέλω έναν άχρωμο, άγευστο οπορτουνιστή, δε θέλω τον καλύτερο από τους χειρότερους, δε θέλω συμβιβασμένους με τη μοίρα του ΠΑΟΚ-κομπάρσου. Θέλω έναν τερματοφύλακα. Κανονικό. Να τρώει τα γκολ που δεν μπορεί να βγάλει και να μην τρώει τα γκολ που μπορεί να βγάλει αλλά και μερικά που δεν μπορεί. Να είναι ο αρχηγός στην άμυνα και να μην τρέμω σε κάθε φάση. Να ξεκινάει η ομάδα από αυτόν και να τελειώνει σ’ αυτόν, όχι να συμπληρώνει την εντεκάδα ελλείψει άλλου.

Να γίνει καλά ο κύριος Παναγιώτης Γλύκος, να έχει την υγειά του κι ας πάει κι αυτός σε καμιά ομαδάρα της Ασίας με τον προηγούμενο εφιάλτη μας που είχε εκατό προτάσεις από Άιντραχτ μέχρι Ρεάλ αλλά κοίτα να δεις που τελικά οι δημοσιογράφοι έγραφαν ψέματα. MVP ο ένας, MVP και ο άλλος. Αρχηγός ο ένας, αρχηγός και ο άλλος. Το Μουντιάλ του 2018 είναι κοντά και καλό είναι να μην ξαναζήσουμε όσα έκανε για να πάει στο προηγούμενο.

Η απέχθειά μου για τον συγκεκριμένο ποδοσφαιριστή ενδεχομένως να αγγίζει την εμπάθεια. Το δέχομαι. Αλλά δεν ξύπνησα ένα πρωί κι αποφάσισα να τον μισήσω. Αυτός επιμένει να μου χαλάει κάθε τόσο τις Κυριακές, αυτός μου χάλασε το πιο μεγάλο Σάββατο της ζωής μου στην κερκίδα του ΠΑΟΚ. Αντί να κυλήσει όπως έδειχνε πως θα κυλήσει το ματς, με άνετη νίκη και στόματα βουλωμένα απέναντι, χρειαστήκαμε δύο διαιτητικά λάθη και αναγκαστήκαμε να ακούμε κάθε κομπλεξικό να εξισώνει την ούτως ή άλλως δίκαιη νίκη με τις παράγκες, τα κουμπούρια και τους τραμπούκους των κοκκινοπρασινοκίτρινων από τότε που υπάρχει ποδόσφαιρο στην Ελλάδα. Αν ποτέ μου δοθεί η ευκαιρία να ρωτήσω κάτι τον Ιβάν Σαββίδη από κοντά, αυτό θα είναι «τι έγινε, ρε μάστορα, και άλλαξες γνώμη για τον Γλύκο; Γιατί τον κράτησες στην ομάδα; Γιατί τον ανανέωσες να τον βλέπουμε για άλλα τόσα χρόνια»; Μπας και από την απάντησή του καταλάβω, επιτέλους, τι έργο παίζεται στο παρασκήνιο τόσα χρόνια που εγώ ο άσχετος από την κερκίδα λογικά δε θα μάθω ποτέ.

Μια Εποχή Στο Τσιμέντο

ISOVITIS COVER 400Η ενηλικίωση ενός εφήβου στις τσιμεντένιες κερκίδες της δεκαετίας του ’90, μιας συναρπαστικής οπαδικής περιόδου που άφησε σακατεμένους όσους επέζησαν από τις παγίδες της. Οι εκδρομές, τα συνθήματα, οι πέτρες, τα κλομπ, η πρέζα που μύρισε κάθε φλέβα δεμένη με δίχρωμο κασκόλ.

Ο παράλληλος κόσμος που οι περισσότεροι αγνοούν ή προσποιούνται πως αγνοούν – μια ωδή στην κοινή ουτοπία των «χούλιγκαν», στα παιδιά που δε μεγάλωσαν, στις ζωές που δε θα αφηγηθεί κανείς πέρα από όσους τις είδαν να σβήνουν, Κυριακή με Κυριακή, στις γαλαρίες των πούλμαν και στα κάγκελα των γηπέδων.

Συνάμα, μια νοσταλγική ματιά, σε πρώτο πρόσωπο, από ένα μέλος της κερκίδας του ΠΑΟΚ, που απλώνει στο χαρτί καθετί σοβαρό ή αστείο, σημαντικό ή ασήμαντο μπορεί να ανασύρει από τη μνήμη του, από την πρώτη του στιγμή στους καπνούς του πετάλου μέχρι την τραγωδία που έκλεισε και σημάδεψε ολόκληρη τη δεκαετία, ορίζοντας και το τέλος της «Old School» γενιάς που έθεσε τους κανόνες της οπαδικής ζωής ουρλιάζοντας, χοροπηδώντας κι αιμορραγώντας στα γήπεδα και στους δρόμους.

FB