Καζούρα

Καζούρα

Δεν πρόκειται ποτέ...

Ξυστό

Ξυστό

Η εκδρομή είχε...

30

30

Εκείνη η στιγμή, πέντε...

Κεφτέδες

Κεφτέδες

Θυμάμαι που ξάπλωνα...

Τίτλος

Τίτλος

Το αρχείο που...

Τόλιος

Τόλιος

Δεν μπορούσαμε να...

Μηδέν

Μηδέν

Πόσο έτοιμοι...

Τέρατα

Τέρατα

Τα τέρατα μας...

Ωράρια

Ωράρια

Πέρσι είχα κάνει...

Γιαμάχα

Γιαμάχα

Η τριμελής επιτροπή...

Συνταγή

Συνταγή

Δεν είναι εύκολο...

Συλλφίλ

Συλλφίλ

Μπορεί η οπαδική...

  • Καζούρα

    Καζούρα

    Tuesday, 12 December 2017 14:12
  • Ξυστό

    Ξυστό

    Friday, 08 December 2017 15:10
  • 30

    30

    Wednesday, 06 December 2017 20:22
  • Κεφτέδες

    Κεφτέδες

    Saturday, 02 December 2017 13:48
  • Τίτλος

    Τίτλος

    Friday, 01 December 2017 10:03
  • Τόλιος

    Τόλιος

    Wednesday, 29 November 2017 21:08
  • Μηδέν

    Μηδέν

    Wednesday, 29 November 2017 12:12
  • Τέρατα

    Τέρατα

    Monday, 27 November 2017 19:41
  • Ωράρια

    Ωράρια

    Monday, 20 November 2017 15:26
  • Γιαμάχα

    Γιαμάχα

    Thursday, 16 November 2017 20:25
  • Συνταγή

    Συνταγή

    Thursday, 16 November 2017 00:23
  • Συλλφίλ

    Συλλφίλ

    Wednesday, 15 November 2017 15:06

2ndfinalΞυπνητήρι στις 6:15. Γρήγορο ντους, πρωινό, γάλα στη μικρή χουλιγκάνα που αναρωτιόταν γιατί με ξυπνάς πάλι μέσα στη νύχτα.

Ντύσιμο για τη δουλειά, ντύσιμο στη μικρή που ακόμα μισοκοιμάται, όπως κι εγώ που κατάφερα να κλείσω μάτι γύρω στις δύο το πρωί από την υπερένταση της τεσσάρας στον Παναθηναϊκό και το στομάχι βαρύ από τα εορταστικά βρώμικα. Εφτά παρά δέκα στο δρόμο για τον παιδικό. Αναμονή στη στάση, αστικό, μετά ενάμισο χιλιόμετρο περπάτημα πήγαινε-έλα -το «πήγαινε» χοροπηδώντας και κόβοντας παπαρούνες για να τις πάει στη δασκάλα της. Για άλλη μια φορά, της είπε πως ήταν το πρώτο παιδί που έφτασε στο σχολείο και η Λιλιγκάνα καμάρωνε επειδή «σήμερα φόρεσα τα γρήγορα παπούτσια μου».

Κι άλλο αστικό για το ΚΤΕΛ. Πάλι στο τσακ το πρόλαβα, έφτασα στη δουλειά στην ώρα μου. Πρόλαβα να φτιάξω έναν καφέ να συνέρθω. Στο σχόλασμα έφτιαξα έναν ακόμα, για τη διαδρομή ως τη στάση του λεωφορείου, άλλο ενάμισο χιλιόμετρο μέσα στον ήλιο. Το επόμενο δρομολόγιο έφευγε σε μία ώρα και κάτι, έκατσα για τον τρίτο καφέ της ημέρας και ζητιάνεψα μια πρίζα να φορτίσω την μπαχατέλα που δεν κρατάει, πλέον, ούτε μισή μέρα. Δεν προλάβαινα με τίποτα τον τελικό -στην καλύτερη, θα έχανα τα δύο πρώτα σετ. Έστειλα μήνυμα στην Άννα στο σπίτι και στο Μήτσο στο Παλατάκι, να με ενημερώνουν. Μπήκα στο λεωφορείο με την έναρξη αλλά μπαταρία ούτε να το ακούσεις από το ραδιόφωνο.

Κάνα μισάωρο μετά, άνοιξα το κινητό, που με απειλούσε πως χρειάζεται φορτιστή μ’ εκείνο το εφιαλτικό μπιπ-μπιπ παρά το τάισμά του επί μία ώρα στο καφενείο όπου είχα αράξει. Δύο μηνύματα, και τα δύο έγραφαν το ίδιο: 1-0. Το ξανάνοιξα και τα μηνύματα έγραφαν πάλι το ίδιο πράμα: 2-0. Άρχιζε το τρίτο σετ κι εγώ μόλις είχα κατεβεί από το λεωφορείο στο δρόμο της Θέρμης, στη διασταύρωση με την Αντύπα. Υπολόγιζα πως το Παλατάκι απέχει με τα πόδια πέντε λεπτά. Έκανα λάθος, ήταν δεκαπέντε λεπτά, μπήκα στο τρίτο σετ και ο πίνακας έγραφε 15-14. Τράβηξα προς τη γνωστή μου θέση, ο Μήτσος καθόταν αρκετά παραπέρα. Μου έγνεψε πως δεν έρχεται δίπλα μου επειδή η θέση του είναι γουρλίδικη. Είδαμε τους δέκα τελευταίους πόντους του ΠΑΟΚ χώρια. 3-0, ισοφαρίσαμε τη σειρά των τελικών στο μισοάδειο-μισογεμάτο Παλάτι όπου είχαμε σηκώσει τα δύο μας πρωταθλήματα με τον κόσμο να κρέμεται από τα κάγκελα. «Άμα πάρουμε το διπλό τη Δευτέρα, στον τέταρτο τελικό θα γεμίσει». «Άρα στον τέταρτο τελικό θα γεμίσει».

Αυτός ήταν ο δεύτερος τελικός για μένα. Δέκα πόντοι του ΠΑΟΚ, δέκα-δεκαπέντε λεπτά αγώνα. Γύρισα σπίτι, έκανα ντους, έφαγα, έπεσα για ύπνο. Ξυπνητήρι στις 4:30. Το Σάββατο θα έφευγα 4:50 το πρωί, θα γυρνούσα 4:30 το απόγευμα, θα έχανα το Άρης-ΠΑΟΚ επειδή κατέρρευσα από την κούραση, θα έχανα και την παρουσίαση του βιβλίου του Δήμου, που είναι καλό Παοκτσάκι και ήθελα να είμαι εκεί. Θα ξυπνούσα το πρωί της Κυριακής, χαράματα, με ένα φραπέ στο μπαλκόνι, στη βροχή, και θα διάβαζα τι έγινε στο Παλέ από τις ιστοσελίδες. Και το απόγευμα, θα τραβούσα για την Τούμπα, εγώ και λίγες χιλιάδες ακόμα, με τους δρόμους βρεγμένους από τη συνεχή ψιχάλα της μέρας -ήταν η σειρά μου, έτσι το πάμε, μια η Άννα στην Τούμπα κι εγώ τα παιδιά, μια εγώ στην Τούμπα κι αυτή τα παιδιά, της είχε κάτσει ο ημιτελικός, μου έκατσε στη σειρά η Κέρκυρα. Μας έκατσε και το δώρο από τη δική της δουλειά, που πληρώθηκαν νωρίτερα το μηνιάτικο και πήρα τσιγάρα, ολόκληρο πακέτο, ήπια και μια μπύρα μετά το ματς, μεγαλεία. Δευτέρα πρωί, θα διάβαζα σχόλια για τους «Θεσσαλονικιούς, που τους είναι τόσο εύκολο επειδή μένουν δίπλα στο γήπεδο και δεν πάνε σε κάθε ματς και ντροπή τους».

Ατζέντης

Ατζέντης

- Hello.- Hello, Mr. Agent, I’m calling from PAOK…- Yes, yes, I know who you are.- So, ...

Read more
Καταλαβαίνεις;

Καταλαβαίνεις;

Ρε να πούμε πριν έναν χ&rh ...

Read more
Σειρές

Σειρές

Αφιέρωμα στις 14 καλύ&tau ...

Read more
Κόβακς

Κόβακς

Το εξπρές των Τρελών &ep ...

Read more
Kρίμα

Kρίμα

Απαντώντας σε όλους μαζί, ο λόγος που δεν ασχολούμαι με τον Άρη είναι πως δε βρίσκω κάποιο λόγο να α ...

Read more
Άντε

Άντε

Την ώρα που όλοι βλέπαμε το ίδιο έργο. Την ώρα που παρακολουθούσαμε, σε ζωντανή μετάδοση, τον ίδιο ε ...

Read more
Διάλειμμα

Διάλειμμα

Τη χρονιά που μας πέρ&alph ...

Read more
Αθηναίος

Αθηναίος

Σαν τον Αθηναίο Παοκτσή δεν έχει. Τον γηγενή Αθηναίο, εννοώ, όχι κάτι δικούς μας που κατέβηκαν για δ ...

Read more
Αυλαία

Αυλαία

Είκοσι χρόνια ακριβ ...

Read more
Μασέλα

Μασέλα

Ο σώγαμπρος ολυμπ&io ...

Read more
Η Ζωή Μετά (2001)

Η Ζωή Μετά (2001)

Επτά ποδοσφαιριστέ&s ...

Read more
Απόβλητο

Απόβλητο

Θα είναι τώρα πενηντάρ& ...

Read more

Μια Εποχή Στο Τσιμέντο

ISOVITIS COVER 400Η ενηλικίωση ενός εφήβου στις τσιμεντένιες κερκίδες της δεκαετίας του ’90, μιας συναρπαστικής οπαδικής περιόδου που άφησε σακατεμένους όσους επέζησαν από τις παγίδες της. Οι εκδρομές, τα συνθήματα, οι πέτρες, τα κλομπ, η πρέζα που μύρισε κάθε φλέβα δεμένη με δίχρωμο κασκόλ.

Ο παράλληλος κόσμος που οι περισσότεροι αγνοούν ή προσποιούνται πως αγνοούν – μια ωδή στην κοινή ουτοπία των «χούλιγκαν», στα παιδιά που δε μεγάλωσαν, στις ζωές που δε θα αφηγηθεί κανείς πέρα από όσους τις είδαν να σβήνουν, Κυριακή με Κυριακή, στις γαλαρίες των πούλμαν και στα κάγκελα των γηπέδων.

Συνάμα, μια νοσταλγική ματιά, σε πρώτο πρόσωπο, από ένα μέλος της κερκίδας του ΠΑΟΚ, που απλώνει στο χαρτί καθετί σοβαρό ή αστείο, σημαντικό ή ασήμαντο μπορεί να ανασύρει από τη μνήμη του, από την πρώτη του στιγμή στους καπνούς του πετάλου μέχρι την τραγωδία που έκλεισε και σημάδεψε ολόκληρη τη δεκαετία, ορίζοντας και το τέλος της «Old School» γενιάς που έθεσε τους κανόνες της οπαδικής ζωής ουρλιάζοντας, χοροπηδώντας κι αιμορραγώντας στα γήπεδα και στους δρόμους.