Ψυχές

Ψυχές

Στις 8...

Νύχτα

Νύχτα

Οι ανακοινώσεις...

Μαχαίρι

Μαχαίρι

Βγήκα με το...

Ροναλντίνιο

Ροναλντίνιο

Ο όρος...

Ντουκαντάμ

Ντουκαντάμ

Η δεύτερη...

Τζιμάκος

Τζιμάκος

Η πρώτη φορά ήταν με τον...

Σχολή

Σχολή

Η ομιλία του...

Αντικειμενικός

Αντικειμενικός

«Ναι, αλλά για το...

Κυρπαντελής

Κυρπαντελής

Στις 20 Αυγούστου 2015...

Τέλειο

Τέλειο

Τη μέρα που αγόρασα...

2017

2017

3 Ιανουαρίου,...

Κάλαντα

Κάλαντα

Ο στενός κύκλος,...

  • Ψυχές

    Ψυχές

    Thursday, 08 February 2018 10:29
  • Νύχτα

    Νύχτα

    Wednesday, 24 January 2018 22:16
  • Μαχαίρι

    Μαχαίρι

    Friday, 19 January 2018 12:02
  • Ροναλντίνιο

    Ροναλντίνιο

    Thursday, 18 January 2018 17:06
  • Ντουκαντάμ

    Ντουκαντάμ

    Wednesday, 17 January 2018 13:59
  • Τζιμάκος

    Τζιμάκος

    Saturday, 13 January 2018 23:55
  • Σχολή

    Σχολή

    Saturday, 13 January 2018 22:15
  • Αντικειμενικός

    Αντικειμενικός

    Sunday, 07 January 2018 15:23
  • Κυρπαντελής

    Κυρπαντελής

    Thursday, 04 January 2018 16:57
  • Τέλειο

    Τέλειο

    Sunday, 31 December 2017 23:26
  • 2017

    2017

    Sunday, 31 December 2017 10:52
  • Κάλαντα

    Κάλαντα

    Sunday, 31 December 2017 10:30

parkoΤακτοποιούσαμε τα πράματα στο καινούργιο σπίτι και καμαρώναμε από το μπαλκόνι. Ωραία γειτονιά, επιτέλους, να πάρουμε λίγο αέρα τόσα χρόνια στα σπιρτόκουτα.

Τριγύρω, άνετες πολυκατοικίες στο στάδιο της ανέγερσης, με πάρκινγκ, γκαζόν, αυλές, φαινόταν το πράμα πως σε λίγα χρόνια θα γίνει η πιο όμορφη περιοχή της πόλης. Ακόμα έτσι είναι, όλα άχτιστα, κόπηκε το χρήμα μόλις μετακομίσαμε εμείς και βλέπεις τσιμέντο παντού. Μία πολυκατοικία χτίστηκε μόνο, η διπλανή μας, ξεκίνησε τη μέρα που γεννήθηκε η κόρη μου και ολοκληρώθηκε λίγο πριν πάει στον παιδικό –επί δύο χρόνια όλη μέρα ντάκα-ντούκα και τρυπάνια και φορτηγά και φωνές, γι’ αυτό έγινε τέτοιο στραβωμένο Παοκτσάκι, ζουρλάθηκε το παιδί μεγαλώνοντας μέσα στο θόρυβο.

Πρώτη μέρα στο σούπερ-μάρκετ, να σου στο ταμείο ένας φέρελπις αμυντικός του Ηρακλέους. Την άλλη μέρα στο φούρνο, να κι ένας επιθετικός του Ηρακλέους. Βόλτα στη νέα γειτονιά, δυο-δυο περπατούσαν οι άσοι του Ηρακλέους. Τι έγινε, ρε παιδιά, πού ήρθαμε να μείνουμε, το Καυτανζόγλειο δέκα χιλιόμετρα μακριά ήταν. Πάμε μια μέρα βόλτα έτσι πιο μακριά, φτάνουμε στη Μίκρα, κοιτιόμαστε με τη σύζυγο. Να γιατί είναι γεμάτη η γειτονιά με γριές, τους βολεύει εδώ που κάνουν προπόνηση. Ενδιαφέρον.

Η πολυκατοικία μας ολοκαίνουργια, πρώτοι μπήκαμε εμείς. Λίγο καιρό μετά, νέοι ένοικοι από κάτω, ένας έτσι πολύ σκοτεινός τύπος, ασήκωτος, ή βαρεμένος ή δολοφόνος, ακόμα δεν το είχαμε ξεχωρίσει, το ίδιο και η γυναίκα του. Και μετά, μας ενημερώνει ο ιδιοκτήτης, «το διπλανό σας το νοίκιασε ένας ποδοσφαιριστής». Αυτό ήταν, θα γεμίσουμε γριές και στο σπίτι μας, μεγάλη γκαντεμιά να μένει γριά δίπλα σου, όποτε κουνιόταν κάτι από τον αέρα θα τρέχαμε να σωθούμε, θα πέσει το σπίτι, σεισμός. Άκουγε και η καημένη η πεθερά μου που συζητούσαμε διαρκώς όλο γριές έχει η γειτονιά και μας διέκοψε, σωπάτε καλέ, όλο νεαρόκοσμο βλέπω εγώ, πού τις είδατε τις γριές.

Τελικά, ο ποδοσφαιριστής ήταν του Απόλλωνα Καλαμαριάς. Πάλι καλά. Ήσυχο παιδί, της δεκαοχτάδας, ούτε που ακουγόταν. Κάθε βράδυ, μόνο, τον ακούγαμε που έκανε μπάνιο από δίπλα και ξυριζόταν, τάκα-τάκα το ξυραφάκι στο νιπτήρα και τον παινεύαμε, δες, το παιδί, ετοιμάζεται αποβραδίς να είναι φρέσκος αύριο στην προπόνηση, μπας και τον βάλει επιτέλους καμιά αλλαγή, γιατί παρακολουθούσαμε και τον Απόλλωνα επειδή είχαμε δικό μας παλικάρι στην ομάδα, όμορφο, ευγενικό, με την καλημέρα όποτε τον συναντούσαμε. Μέχρι που μια μέρα τον τύχαμε στην πόρτα, κατά τις 2 το πρωί, με κάτι φίλους που έφευγαν από εμάς, μας χαιρέτησε και έφυγε από το σπίτι. Και μας λέει ο φίλος μας «εδώ μένει αυτός, τον βλέπω συνέχεια στο καζίνο, μεγάλος κουμαρτζής». Κι έτσι μάθαμε γιατί ετοιμαζόταν κάθε βράδυ, γιατί δεν έπαιζε ποτέ βασικός και γιατί, μέχρι και σήμερα, σε κάτι βήτα-γάμα εθνική παίζει, αν και μεγάλο ταλέντο. Είχαμε και το άλλο, βέβαια, γυρνάει η γυναίκα του φίλου μας κι εσύ πού το ξέρεις το καζίνο, εκεί πας βρε κάθε βράδυ που γυρνάς ξημερώματα και τα λοιπά.

Τον διώχνει ο Απόλλωνας τον παικταρά, μένει το σπίτι ξενοίκιαστο. Αλλά όχι για πολύ. «Δύο ποδοσφαιριστές θα μείνουν στην πολυκατοικία», μας ανακοίνωσε όλος χαρά και περηφάνια ο ιδιοκτήτης, «ένας δίπλα σας κι ένας στο ισόγειο, είδατε βρε τι καλό κόσμο σας φέρνω», ναι, είδαμε, μας υποχρέωσες. Αυτήν τη φορά δεν τη γλιτώσαμε, γριά ο δίπλα, γριά και ο πιο κάτω. Μαθαίναμε και τις μεταγραφές του Ηρακλή, ξέραμε εμείς ποιους θα πάρουνε κι οι γριές κολλημένες στο ραδιόφωνο ακόμα ιδέα δεν είχαν.

Αυτός στο ισόγειο μας δημιούργησε μεγάλο θέμα. Όχι από θόρυβο ή τίποτα κλαπατσίμπανα, αλλά είχε ίδιο επώνυμο μ’ εμένα. Όλη μέρα με το πλέι-στέισον, πίτσες το πρωί, πίτσες το μεσημέρι, πίτσες το βράδυ, ίδιο επώνυμο στο κουδούνι, μας είχε σπάσει τα νεύρα. Έμπαινες στην πολυκατοικία, είχε την πόρτα του λίγο ανοιχτή, έβγαινε από μέσα η τσιγαρίλα με τη μυρωδιά του πεπερόνε και των μανιταριών από την Πίτσα Χατ που καλύτερα να άνοιγε κατάστημα δίπλα μας να γλιτώσουν τις βενζίνες οι ντελιβεράδες, δεκαπέντε πίτσες τη μέρα τους έφερναν. Τέσσερις-πέντε ποδοσφαιριστές του Ηρακλέους, τους βλέπαμε στο μπαλκόνι στα διαλείμματα που έβγαιναν να φάνε τις πίτσες και να κάνουν τσιγάρο στον καθαρό αέρα, όχι όλοι, μην το γενικεύουμε, προπόνηση, πίτσα, πλέι-στέισον, προπόνηση, πίτσα, πλέι-στέισον. Μέχρι που μας χτύπησε το κουδούνι ο ντελιβεράς στις δύο τα μεσάνυχτα και κατέβηκα κι ακόμα με θυμάται ο νεαρός, τότε, διεθνής. Από εκείνη τη μέρα κλειδώναμε την κάτω πόρτα, έτσι, ρε μαλακισμένο, να μην πατάς το κουμπί να ανοίξει η πόρτα, να πρέπει να σηκωθείς από το Προ, να περπατήσεις δέκα μέτρα και να του ξεκλειδώσεις. Μεγάλο σπάσιμο, σκεφτείτε το. Ευτυχώς πήρε μεταγραφή σε μεγάλη ομάδα σύντομα και δεν είχαμε κι άλλα με δαύτον.

Ο άλλος, ο διπλανός μας, ήταν η σπουδαία περίπτωση. Ήταν ο δεύτερος πόλος του πλέι-στέισον, δηλαδή όσοι δεν πήγαιναν στον κάτω, έρχονταν σε αυτόν. Μέρα-νύχτα άκουγες από δίπλα πάρ’ τα ρε, τι γκολάρα ήταν αυτή, δώσε πάσα, πάσα, σουτ, σουτ, γύρνα πίσω, πάτα σέντρα, έλα, ρίχ’ το και τέτοια. Μια νύχτα έκανα τσιγάρο στο μπαλκόνι να ηρεμήσω από το ολονύχτιο ξεσκάτωμα της μικρής και τον βλέπω, αυτός δε με βλέπει μέσα στο σκοτάδι, τον βλέπω που βγαίνει στο μπαλκόνι του, δίπλα μου, στα τρία μέτρα, πανηγυρίζει δίχως να φωνάζει και δείχνει τη φανέλα στην απέναντι πολυκατοικία, χοροπηδάει, από μέσα οι άλλοι του φώναζαν έλα μέσα, ρε κωλόφαρδε, έβαλες ένα γκολ από φάουλ και χαίρεσαι, έλα για τη ρεβάνς, αυτός συνέχιζε να χοροπηδάει στο μπαλκόνι, έστελνε φιλάκια στη γειτονιά, τέσσερις το πρωί, έτσι ρε, έτσι, είμαι μεγάλος παικταράς, τι γκολάρα ήταν αυτή, έκανε υποκλίσεις, κάποια στιγμή με βλέπει, εκεί μάλλον που φέγγισε η καύτρα, επ, καλησπέρα, τι κάνεις, μπήκε μέσα και δεν ξανακούστηκε. Τι καλησπέρα, ρε μπαγλαμά.

Δύο ώρες αγκαλιά με τους κολικούς να ουρλιάζει το παιδί μέσα στη νύχτα, καταφέρναμε να την κοιμίσουμε, ας πούμε, στις 2 το πρωί. Γκοοοοολ, από δίπλα, σέρνανε έπιπλα και πανηγυρίζανε, ξυπνούσε το παιδί. Άντε πάλι καμιά ώρα να κοιμηθεί, κοιμόταν, γκοοοοολ από δίπλα, τα ίδια. Χτυπούσα τους τοίχους, έριχνα χριστοπαναγίες, τίποτα. Δυο φορές, πάντως, σε μεγάλες καφρίλες, ήρθε να ζητήσει συγγνώμη και πως δε θα ξαναγίνει. Εγώ δεν έλεγα τίποτα, διάβαζα πως τον είχανε για πούλο, δεν είχε καλή απόδοση και η απαιτητική ομάδα του Ηρακλέους δε σήκωνε τέτοια. Σε δύο ΠΑΟΚ-Ηρακλής τον περίμενα πώς και πώς να τον κράξω από την κερκίδα, δεν έπαιξε. Και σ’ αυτό δε με ικανοποίησε, πουθενά δεν τον έπιανες.

Και κάποια στιγμή ήρθε η γκόμενα. Σωτηρία. Δεν τη λέγανε Σωτηρία την γκόμενα, αλλά ίσως και να τη λέγανε, πού να ξέρω, εννοώ πως ήταν η σωτηρία μας. Κόπηκαν τα πλέι-στέισον μαχαίρι, διάλυσε το μπουλούκι. Μπορεί να πήγαν στο σπίτι του Παπαστεργιανού ή του Παπαζαχαρία, δεν ξέρω, τυχαία ονόματα, πάντως από εμάς εξαφανίστηκαν. Ησυχία. Άντε να άκουγες καμιά κατσαρόλα που μαγείρευε η κοπέλα, καμιά ηλεκτρική, τη Μενεγάκη στην τηλεόραση, τέτοια, συνηθισμένοι ήχοι ενός συνηθισμένου νοικοκυριού. Κι εκεί που κοιμόμασταν, μου λέει η σύζυγος «κάτι στάζει», ξυπνάω, όντως, ακούω κάτι που έσταζε, πλιτς, πλατς, ψάχνω στο μπάνιο, ελέγχω το θερμοσίφωνα, την κουζίνα, κάτω από τα ντουλάπια, πουθενά δεν έσταζε, ρε τι γίνεται, συνεχιζόταν το πλιτς, πλατς, μέχρι που κόντεψα στο μπαλκόνι και πήρα χαμπάρι τι έσταζε, μέλια ήτανε από δίπλα, μουρό μ’, αγάπη μ’, τι είσ’ ισύ, τι είμ’ ιγώ. Ματς-μουτς ήταν, αλλά έτσι με την προφορά τους το ακούγαμε σαν πλιτς-πλατς, αλλά έστω, καλύτερα να ακούς την αγάπη παρά το πλέι-στέισον και τους βάρβαρους.

Εδώ να σημειώσω πως δεν μπορώ να καταλάβω το κόλλημα των επαγγελματιών ποδοσφαιριστών με τα ποδοσφαιράκια στο πλέι-στέισον. Όλη μέρα προπόνηση, ρε κάγκουρα, τρέξιμο, βάρη, διπλό, το βράδυ γυρίζεις στο σπίτι και τι κάνεις για να ξεφύγεις, πάλι παίζεις ποδόσφαιρο. Σα να λέμε γυρίζει ο αγρότης από το χωράφι και παίζει τη Φάρμα στο facebook. Ή επιστρέφει ο οικοδόμος από το χτίσιμο όλη μέρα στο γιαπί και παίζει με τα Λέγκο. Εγώ σερβιτόρος δούλευα κάποτε και έτρωγα στο νεροχύτη, για να μην κουβαλήσω πιάτο ούτε μέχρι το τραπέζι της κουζίνας μου.

Ρίχναμε, ρίχναμε κατάρες να φύγει από τη γριά ο ενοχλητικός, τίποτα. Πού να πιάσει κατάρα σε γριά, δεν πιάνει. Γιατί η κοπέλα ερχόταν αλλά έφευγε, δεν καθόταν συνέχεια, ξαναμάζευε τους συμπαίκτες του στη ζωή και στην οθόνη και δώσ’ του οι γκολάρες και οι φωνές, ζήτημα να κοιμόταν τρεις ώρες κάθε νύχτα στο κρεβάτι της η μικρή, όλο στην αγκαλιά την περνούσε τρομαγμένη, άντε πάλι να βαράω τους τοίχους και τα βρισίδια, είχαμε γίνει κομμάτια. Και η εφημερίδα να το γράφει συνέχεια, προς παραχώρηση ο παικταράς, ψάχνει ομάδα, έπαιρνα και τηλέφωνο στον πατέρα μου που ήτανε παράγοντας παλιά μήπως έχει κανέναν να τον πάρει, να φύγει από ‘δώ, να γλιτώσουμε. Μέχρι και να κατεβάσω το γενικό της πολυκατοικίας σκέφτηκα, αλλά είχαμε στην κατάψυξη μητρικό γάλα και έκανα πίσω. Αλλά και πάλι κάτι θα βρίσκανε να μας τη σπάσουν, θα έπαιζαν κανένα σουμπούτεο με τους φακούς, άμα ήξεραν πώς ανοίγει ένας φακός, θέλει και τέχνη το θέμα κι από μυαλό αυτοί οι μπούφοι δεν είχαν.

Εντωμεταξύ, ο από κάτω μου, ο μυστήριος, δεν έλεγε τίποτα να συνεταιριστούμε, να ενώσουμε τις δυνάμεις μας. Αποδείχτηκε πως με φοβόταν αυτός, χρόνια μετά μου το είπε που γίναμε φίλοι. Ήταν στο Άρης-ΠΑΟΚ που είχαμε πάει στα πέναλτι, στέλνει ο Καράμπελας την μπάλα στη Βούλγαρη, αρχίζουμε εμείς τα πανηγύρια στο σπίτι, ακούμε πανηγύρια και από κάτω. Όπα, δικοί μας, λέμε. Κι από τη χαρά μου, χτυπάω το πάτωμα, συνθηματικά, ας πούμε κι εδώ πάνω ΠΑΟΚ είμαστε, μεγάλε, έλα τα Παοκτσάκια να το χαρούμε το διπλό στα πέναλτι. Αλλά αυτός νόμισε πως χτυπάω για να κάνει ησυχία, ήταν και αργά δυόμισι ώρες αγώνας, σταμάτησε τα πανηγύρια και τις φωνές, του έκοψα τη χαρά μαχαίρι. Δε με ήξερε, δεν τον ήξερα, είσαι βλάκας, τον ρώτησα όταν μου το είπε, ε τι να κάνω, έτσι που είσαι και αγριόφατσα, είπα να μη φωνάζω άλλο, δεν το χάρηκα, ρε γαμώτο.

Κι έρχεται η ώρα της μεταγραφής. Πρώτος το έμαθα. Πρωί πρωί. Έφτιαχνα τη φρουτόκρεμα της μικρής, ακούω από το μπαλκόνι την γκόμενα κλαψούρισμα στο κινητό. «Νιαι, μαμά, φιεύγουμ, πήρι μιταγραφιέ, πριέπ να πάμι ικεί να βρούμι κινούργιου σπίτ, τι να κάνμι, διεν έβρισκι ουμάδα ιδώ κι βρήκι ικεί, τουώρα, του Δικέμβρ, ιρχόμαστι. Νιαι, μαμά, είνι πουλιέ στινουχουρημένς, ιδώ είχι τς φίλους τ, είχι τ σπίτι τ, είχι τ ζουή τ,  άντι πάλι στη βιέτα ιθνική, α, κουράγιο θα τ’ πω, α, ναι, α, θα τ δώσου κι φιλιάκια απ σένα, α, νιαι, πήγι να υπουγράψ κι μόλς γυριέσ θα φύγμει, πάμι να δούμι τι θα κάνμει κι ικεί, αααχ, ουραία ήταν ιδώ, μιγάλου σπίτ, ησυχίιιια, μια ησυχία ρι μάνα, τι να σ πω, παράδσους. Θα δούμι, ιλπίζ να πιέξ μέχρι του καλουκαίρ κι μιτά θα ψάξ αλλού, σι καμιά πιο μιγάλ ουμάδα, άντι, κάν του σταυρό σ να πάνι ουόλα καλά, θα σι πάρου κι του απουόγιμα ιπδής διν έχει καλό σιέμα κι η βουόνταφον ιδώ».

Φεύγει. Πούλο. Επιτέλους. Πήρα τη σύζυγο, της το ανακοινώνω. Κέρασε όλους τους συναδέλφους της στη δουλειά. Έκατσα στον υπολογιστή, άνοιξα ό,τι αθλητική σελίδα υπήρχε και άρχισα τα refresh. Ανανέωση, ανανέωση, ανανέωση, τσουπ, να ‘το, το ‘γραψαν, νέος σταθμός στην καριέρα του ποδοσφαιριστή και τα λοιπά. Χαιρόμουν εγώ, χαιρόταν και το παιδί, δεν ήξερε γιατί αλλά χαιρόταν. Πήγαμε και στο Τζάμπο εκείνη τη μέρα, εκατό ευρώ σε παιχνίδια πήραμε. Μέχρι που φύγαμε από εκεί άλλος ποδοσφαιριστής δεν ήρθε να μείνει, ήρθαν και δύο του ΠΑΟΚ απέναντι, ψιλοκαθάρισε ο τόπος. Όταν ψάχναμε νέο σπίτι, μια που δε χωρούσαμε άλλο εκεί κι έπρεπε να πάμε σε μεγαλύτερο, μας είπαν πως νοικιάζεται εδώ πιο κάτω ένα σπίτι που άφησε ένας παίκτης του ΠΑΟΚ, ένας ψηλός τερματοφύλακας, Ισπανός. Άσε, λέμε, αυτός δε θα έχει αφήσει ούτε τους σωλήνες στη θέση του, θα το ‘χει ρημάξει από τα νεύρα.

Όντως, ο παίκτουρας δεν έμεινε καιρό στη βήτα. Πέρασαν τα χρόνια και είδα μια ανακοίνωση της ομάδας όπου παίζει τώρα, η διοίκηση της ΠΑΕ Τάδε της Σούπερ Λιγκ εύχεται στον ποδοσφαιριστή της ομάδας μας να του ζήσει ο απόγονος. Η πρώτη σκέψη ήταν τώρα, ρε, να σου κάτσει από δίπλα μια παρέα με κωλοπαίδια όπως εσύ και να σε τρελάνουν με πλέι-στέισον ή να κάνουν πρόβες μπλακ μέταλ ή να μαθαίνουν ντραμς ή κάτι τέτοιο, να δεις πώς είναι, να μην κλείνεις μάτι όλη νύχτα και να λιποθυμάς στην προπόνηση, αλλά μετά το ξανασκέφτηκα, τι μου φταίει το παιδί. Να βάλεις λίγο μυαλό, τώρα που έγινες πατέρας, αυτό αρκεί.

Πατρίσιο

Πατρίσιο

Ο Πατρίσιο Καμπς σήμ&e ...

Read more
Τουλάιλαϊτ

Τουλάιλαϊτ

ΠΑΟΚ-Χίμκι 78-82. Ο τελευταίος άνθρωπος που είδα να κάνει σκηνικό στο μπάσκετ για το κάπνισμα ήταν ο ...

Read more
Γκρίνια

Γκρίνια

Κηρύσσω το αγωνιστικό έτος 2014-2015 ως ΕΤΟΣ ΠΑΟΚΤΣΗΔΙΚΗΣ ΓΚΡΙΝΙΑΣ. Με εκδηλώσεις, χοροεσπερίδες και ...

Read more
Αποτοξίνωση

Αποτοξίνωση

Έως τα τέλη του καλ&omi ...

Read more
0033

0033

Η πεντάδα που έκανε ν ...

Read more
Ασπίδα

Ασπίδα

25 Αυγούστου 2002, 14 χρόνι&al ...

Read more
Μπιμπερό

Μπιμπερό

Αγαπητέ πρόεδρε της ΚΑΕ ΠΑΟΚ, Αγαπητό διοικητικό συμβούλιο, Αγαπητό προπονητικό τιμ, Αγαπητοί καλαθο ...

Read more
Τσίμπα

Τσίμπα

«Τσίμπα μου ένα παπάρι, ρε καραγκιοζάκο». Αυτό έχω μόνο να δηλώσω, δε βρίσκω κάτι άλλο να πω για το ...

Read more
42

42

06/12/1987, Σέρρες, ΠΑΟΚ-Ολ&upsil ...

Read more
Αμαφούλε

Αμαφούλε

Με τα λόγια εύκολο είναι να βοηθάς την ομάδα. Γι’ αυτό κι εγώ θα τη βοηθήσω και πρακτικά. ...

Read more
Φως

Φως

Εγώ δεν είχα τέτοια &del ...

Read more
0017

0017

Αναδρομικά, η μεγαλ ...

Read more

Μια Εποχή Στο Τσιμέντο

ISOVITIS COVER 400Η ενηλικίωση ενός εφήβου στις τσιμεντένιες κερκίδες της δεκαετίας του ’90, μιας συναρπαστικής οπαδικής περιόδου που άφησε σακατεμένους όσους επέζησαν από τις παγίδες της. Οι εκδρομές, τα συνθήματα, οι πέτρες, τα κλομπ, η πρέζα που μύρισε κάθε φλέβα δεμένη με δίχρωμο κασκόλ.

Ο παράλληλος κόσμος που οι περισσότεροι αγνοούν ή προσποιούνται πως αγνοούν – μια ωδή στην κοινή ουτοπία των «χούλιγκαν», στα παιδιά που δε μεγάλωσαν, στις ζωές που δε θα αφηγηθεί κανείς πέρα από όσους τις είδαν να σβήνουν, Κυριακή με Κυριακή, στις γαλαρίες των πούλμαν και στα κάγκελα των γηπέδων.

Συνάμα, μια νοσταλγική ματιά, σε πρώτο πρόσωπο, από ένα μέλος της κερκίδας του ΠΑΟΚ, που απλώνει στο χαρτί καθετί σοβαρό ή αστείο, σημαντικό ή ασήμαντο μπορεί να ανασύρει από τη μνήμη του, από την πρώτη του στιγμή στους καπνούς του πετάλου μέχρι την τραγωδία που έκλεισε και σημάδεψε ολόκληρη τη δεκαετία, ορίζοντας και το τέλος της «Old School» γενιάς που έθεσε τους κανόνες της οπαδικής ζωής ουρλιάζοντας, χοροπηδώντας κι αιμορραγώντας στα γήπεδα και στους δρόμους.