Καζούρα

Καζούρα

Δεν πρόκειται ποτέ...

Ξυστό

Ξυστό

Η εκδρομή είχε...

30

30

Εκείνη η στιγμή, πέντε...

Κεφτέδες

Κεφτέδες

Θυμάμαι που ξάπλωνα...

Τίτλος

Τίτλος

Το αρχείο που...

Τόλιος

Τόλιος

Δεν μπορούσαμε να...

Μηδέν

Μηδέν

Πόσο έτοιμοι...

Τέρατα

Τέρατα

Τα τέρατα μας...

Ωράρια

Ωράρια

Πέρσι είχα κάνει...

Γιαμάχα

Γιαμάχα

Η τριμελής επιτροπή...

Συνταγή

Συνταγή

Δεν είναι εύκολο...

Συλλφίλ

Συλλφίλ

Μπορεί η οπαδική...

  • Καζούρα

    Καζούρα

    Tuesday, 12 December 2017 14:12
  • Ξυστό

    Ξυστό

    Friday, 08 December 2017 15:10
  • 30

    30

    Wednesday, 06 December 2017 20:22
  • Κεφτέδες

    Κεφτέδες

    Saturday, 02 December 2017 13:48
  • Τίτλος

    Τίτλος

    Friday, 01 December 2017 10:03
  • Τόλιος

    Τόλιος

    Wednesday, 29 November 2017 21:08
  • Μηδέν

    Μηδέν

    Wednesday, 29 November 2017 12:12
  • Τέρατα

    Τέρατα

    Monday, 27 November 2017 19:41
  • Ωράρια

    Ωράρια

    Monday, 20 November 2017 15:26
  • Γιαμάχα

    Γιαμάχα

    Thursday, 16 November 2017 20:25
  • Συνταγή

    Συνταγή

    Thursday, 16 November 2017 00:23
  • Συλλφίλ

    Συλλφίλ

    Wednesday, 15 November 2017 15:06

m59Η πολύχρονη, αβάσταχτη πείνα μας οδήγησε στον κανιβαλισμό. Τον τελευταίο καιρό, όσοι ζουν μόνο στον ψηφιακό μικρόκοσμο της ιντερνετικής κερκίδας του ΠΑΟΚ έχουν αρχίσει να τρέφονται με τις σάρκες των συνοπαδών τους.

Ξεχνούν ότι ο αντίπαλος δεν βρίσκεται ανάμεσά μας, ξεχνούν πως επιβιώνουμε ως κοινωνικό φαινόμενο επειδή τόσες δεκαετίες περπατάμε συντεταγμένα με κοινή οπαδική φιλοσοφία -λίγοι στις άκρες, από ‘δώ κι από ‘κεί, αλλά οι περισσότεροι με το ίδιο βήμα. Αυτή την ασύλληπτη, μοναδική και σχιζοφρενική φιλοσοφία του Παοκτσή που κανείς δεν θα καταφέρει ποτέ να αποκωδικοποιήσει αν δεν είναι ένας από εμάς. Ακόμα και οι υπερβολικοί, οι ακραίοι, οι πιο ανυπόμονοι και οι πιο ευερέθιστοι ανάμεσά μας ποτέ δε στραφήκαμε σε δικό μας επειδή έπρεπε να ξεφορτώσουμε το βαρύ μας κεφάλι. Και, κάπου εκεί, ήρθαν τα social media. Και ειδικότερα το Facebook.

Το Facebook έδωσε και δίνει βήμα στον καθένα. Σε ανθρώπους που πρόσωπο με πρόσωπο δεν μπορούν να αρθρώσουν λέξη και στις παρέες κάθονται στη γωνιά να ακούν τους υπόλοιπους. Σε ανύπαρκτους κομπλεξικούς που η μέρα τους αρχίζει και τελειώνει πυροβολώντας κρυμμένοι πίσω από τα άβαταρ. Σε αποτυχημένους αγγελιοφόρους της Μεγάλης Αλήθειας, που βρήκαν ευκαιρία να τη διαδώσουν μέσω του πολυπληθούς κοινού της πλατφόρμας, να ποτίσουν φαρμάκι τα μάτια που τους διαβάζουν και να μολύνουν κάθε υγιές κύτταρο που δεν έχει σοβαρό ανοσοποιητικό μηχανισμό. Στους θρυλικούς Μαχητές Της Θύρας 9, αυτούς που φτιάχνουν την ιστορία τους στην κερκίδα αναδρομικά, επικαλούμενοι δεκαετίες αγώνων και ιδρώτα δίχως να τους έχει δει κανένας ποτέ, σε κανένα τσιμέντο, σε κανένα πούλμαν, σε καμία φωτογραφία, παρά μόνο στη Θύρα 9 της Τούμπας των παραμυθιών τους. Στους καλοταϊσμένους άλλων καιρών, που πλέουν στα ρούχα τους επειδή χρόνια τώρα έμειναν στην απ’ έξω και ψάχνουν να ξανατρυπώσουν στη μοιρασιά. Στους εμμονικούς απαξιωτές των πάντων, τα ασπρόμαυρα σκουλήκια που έχουν αντιληφθεί την ασημαντότητα της ύπαρξής τους και σέρνονται κλειδαμπαρωμένα μπροστά στους υπολογιστές, ρίχνοντας εμετούς άφοβα καθώς από την οπτική ίνα δεν περνάει η φάπα και τώρα νιώθουν πολύ βολικά να ξερνάνε δίχως να κινδυνεύει ο σβέρκος, όπως γινόταν κάθε μέρα στο σχολείο όταν ήταν μικροί. Στους πραματευτάδες της ελπίδας, που κονομάνε πουλώντας αέρα για τα άδεια μυαλά. Στους εκμεταλλευτές της μεγάλης Αγάπης, που τη λερώνουν, την πατάνε κάτω, την ξεφτιλίζουν και την επιστρέφουν ανάπηρη και τσαλακωμένη στις καρδιές όσων τους ακούν δύο ώρες τη μέρα από τα τοξικά ραδιόφωνα.

Σαφώς και ο καθένας δικαιούται μία γνώμη. Ίση. Εγώ είμαι σαράντα ένα και πηγαίνω στο γήπεδο, έχω μία γνώμη. Ο άλλος είναι εξήντα και έχει γυρίσει όλο το πλανητικό σύστημα με ένα πούλμαν, έχει μία γνώμη, ίσης αξίας με τη δική μου. Κάποιος είναι δεκαεφτά, ζει στη Μελβούρνη, δεν έχει δει ποτέ τον ΠΑΟΚ από κοντά, έχει κι αυτός τη δική του γνώμη, ίσης αξίας κι αυτή. Το πρόβλημα είναι αυτά τα μαλακισμένα που πιστεύουν πως η δική τους η γνώμη είναι πιο σημαντική από των υπολοίπων. Επειδή είναι πιο έξυπνοι, πιο δικτυωμένοι, πιο περπατημένοι ή πιο ΠΑΟΚ από εμάς. Μπίνγκο. Εκεί είσαι. Αυτούς κυνηγάς. Δε θέλει πολλή σκέψη, όποιος σου λέει «εμένα θα ακούς» απευθείας μπαίνει στη λίστα των υπόπτων. Τελευταία, το «εμένα θα ακούς» έχει μεγαλύτερο σουξέ και από την κλασική, διαχρονική επιτυχία «ξέρεις ποιος είμαι εγώ». Επειδή μεγαλώσαμε, γνωριστήκαμε όλοι, τώρα όντως ξέρουμε ποιος είναι ο καθένας. Συνεπώς άλλαξε το τροπάριο, έγινε «θα σου ανοίξω εγώ τα μάτια», «σε δουλεύουνε», «κέρνα έναν καφέ και θα σου τα πω όλα για τον ΠΑΟΚ».

Η δύναμη του Λαού του ΠΑΟΚ ήταν η Βία. Μια φορά κι έναν καιρό. Η Βία ως αντίδραση, ως απάντηση στη Βία που ασκήθηκε πάνω του. Ξύλο στο ξύλο. Πέτρες στις πέτρες. Κλωτσιές στις κλωτσιές. Να τρομοκρατείς τους τρομοκράτες, ωραίο συναίσθημα, να πατάς αυτούς που πήγαν να σε πατήσουν, να χτυπάς δικαιολογημένα και να νιώθεις πως το μόνο που κάνεις είναι να τους επιστρέφεις αυτό που σου έδωσαν -ενισχυμένο, δυνατότερο, ολοκληρωτικό. Η εποχή άλλαξε, η Βία έγινε διαφορετική. Έγινε λέξεις και τσιτάτα και λάσπη. Έγινε προπαγάνδα. Έγινε διχόνοια. Είμαστε στο σημείο όπου βρισκόμασταν πριν από τρεις, περίπου, δεκαετίες: Ζαλισμένοι από το νέο πράγμα που μας χτύπησε και δεν ξέρουμε ούτε τι είναι, ούτε πώς να φυλαχτούμε απ’ αυτό. Εκεί, μέσα δεκαετίας του ’80. Όταν καταλάβαμε τι γινόταν, τους πήραμε παραμάζωμα. Γράφτηκαν οι πιο ιστορικές σελίδες αυτού του μετακινούμενου τρελοκομείου. Ως απάντηση. Ως αντίδραση. Χτυπώντας πρώτος είσαι απλός αλήτης. Τσογλάνι. Απαντώντας στο χτύπημα δεν υπάρχει τίποτα που να σου σκοτεινιάζει το νου. Μπορείς και κοιμάσαι τα βράδια.

Θα το περάσουμε κι αυτό. Θα ξαναβρούμε τη φόρμα μας, η ιστορία κάνει κύκλους και με την ιστορία πάντα τα είχαμε καλά. Το πρώτο βήμα είναι να τους αναγνωρίσεις: Προσωπικά, τους ξεχωρίζω από τις αντιδράσεις τους όταν βλέπουν τον ΠΑΟΚ. Βάζουμε γκολ και στενοχωριούνται, τρώμε γκολ και αράζουν πίσω ευτυχισμένοι. Κερδίζουμε και ανεβάζουν τραγούδια και γνωμικά, χάνουμε και αραδιάζουν σεντόνια. Το δεύτερο βήμα είναι το θέμα. Πώς προχωράς. Μας ξεπέρασε η εποχή της φάπας και της πέτρας, οι τύποι είναι κρυμμένοι μέσα σε τέσσερις τοίχους και όσες πέτρες να φάει ο τοίχος δεν πέφτει. Δεν είναι λύση αυτή. Θα πρέπει να τους μειώσουμε την αποδοχή. Να κόψουμε την τροφοδοσία. Να πεινάσουν, να σταματήσουν να τρώνε τις σάρκες μας. Δεν είναι πολλοί. Εμείς τους κάναμε να φαίνονται πολλοί -μια χούφτα μπάσταρδα είναι, που σε κοινή θέα δε θα τους έβλεπες καν επειδή στον πραγματικό κόσμο δεν αφήνουν ούτε χνάρια στο δρόμο όπου περπατάνε.

Με στενοχωρεί που βλέπω τους φίλους μου, τους συνταξιδιώτες στους καιρούς που η καθεμέρα μας ήταν η ετοιμασία για το επόμενο ταξίδι, τα Παοκτσάκια που έκατσαν στη διπλανή θέση μου, να αναλώνονται και να αποδυναμώνονται πολεμώντας σκιές, προσπαθώντας να κλωτσήσουν με όση δύναμη έχουν τα ολογράμματα των ξεφτιλισμένων που καπηλεύονται την ασπρόμαυρη πυξίδα που έχουμε για καρδιά. Δεν πέφτουν έτσι, δεν μπορείς να ρίξεις σφαλιάρες σε ένα άβαταρ -πρέπει να το αφήσεις στην ανυπαρξία του. Δεν ακούς τη φωνή του στο ραδιόφωνο, δεν διαβάζεις τα ξερατά του στο ίντερνετ, δεν απαντάς στα μηνύματά του που σε καλούν να πέσεις κι εσύ στο βούρκο μαζί του. Δεν του αναγνωρίζεις καν τον ισχυρισμό του πως υπάρχει στ’ αλήθεια, το αγνοείς. Αλλά στους περισσότερους της γενιάς μου δεν αρέσουν αυτά, προτιμούν τους καθαρούς λογαριασμούς και τις καθαρές ξήγες. Παλεύεις με τα σκατά, γέρο μου, θα λερωθείς, δεν γίνεται αλλιώς.

Δεν διαβάζω αθλητικές ιστοσελίδες. Δεν ακούω ραδιόφωνα. Δεν βλέπω τηλεόραση. Έχω αποδείξει στον εαυτό μου πως δε μου χρειάζονται -μπορώ να αποδείξω και στον καθένα πως ξέρω πολλά περισσότερα για τον πραγματικό κόσμο από κάποιον που περνά τη μέρα του γεμίζοντας το κεφάλι του με «ενημέρωση» από αυτά τα μέσα. Αν συνεχιστεί η κατάντια, θα κόψω και τα social media, μια χαρά ενημερώνεσαι στους καφέδες με την παρέα και με δέκα-είκοσι ανθρώπους που έχεις επιλέξει να ακούς και να σε ακούνε. Αλλά βαρέθηκα πια να είναι ο ψηφιακός κόσμος το μοναδικό θέμα συζήτησης. Τι έγραψε αυτός και τι είπε ο άλλος -στ’ αρχίδια μου. Αυτοί που γκρινιάζουν και ουρλιάζουν περισσότερο για τους τρύπιους που χαίρονται όταν κλαίμε και μουδιάζουν όταν χαιρόμαστε είναι κι αυτοί που τους τρέφουν. Που τους ακούνε, τους διαβάζουν, τους βρίζουν, τους δίνουν φαΐ. Έχει γεμίσει το inbox μου με μηνύματα για το πόσο κακό κάνουν όλοι αυτοί, αλλά ζήτημα ένας-δύο να έχουν κόψει και την τροφοδοσία τους.

Διάγνωση

Διάγνωση

Να θυμάσαι επετείους, γενέθλια, γάμους, γεννήσεις, θανάτους, με ορόσημο κάποιον αγώνα. ...

Read more
Αγωνιστικά

Αγωνιστικά

Τώρα που ξεκαθαρίζ&ep ...

Read more
Aγγεία

Aγγεία

Ένιωθα τα αγγεία να σπάζουνε μέσα στις κόγχες. Πόσα έχουν αντέξει αυτά τα μάτια, τόσα χρόνια στο γήπ ...

Read more
Συνείδηση

Συνείδηση

Αμφιταλαντεύτηκα, πάλεψα μέσα μου για αρκετή ώρα, μέχρι και ερώτημα στους φίλους μου έβαλα στο Faceb ...

Read more
Σόνικ

Σόνικ

Δεν μεγάλωναν με τίπ&om ...

Read more
Έξω

Έξω

Τελικά, ξεπεράστηκε κάθε ιστορικό προηγούμενο. Η πιο φασιστική, η πιο απροσδόκητα αυταρχική απόφαση ...

Read more
Πίεση

Πίεση

Δεν τον ξέρω τον Σταύρο Κόλκα. Γενικώς, επαφές με δημοσιογράφους έχω μόνο με 2-3 που ανταλλάξαμε μην ...

Read more
0014

0014

Η μεγαλύτερη προσφ&om ...

Read more
Υποκριτική

Υποκριτική

Η Χουλιγκάνα κατέβ&eta ...

Read more
Περηφάνια

Περηφάνια

Πλησιάζει η επίσημη αγωνιστική περίοδος, αρχίζει σιγά σιγά και η φθινοπωρινή περίοδος της κωλοτούμπα ...

Read more
Συμπεράσματα

Συμπεράσματα

Κριτική ΠΑΟΚ-Γκαζιαντέπ 67-76 Συμπεράσματα από τα φιλικά βγάζει ο Μαρκόπουλος και οι βοηθοί του. Εμ ...

Read more
Καρκίνος

Καρκίνος

Κανένα ιδιαίτερο ζόρι δεν τραβάω. Ούτε κολλήματα έχω, ούτε κάποια συγκεκριμένη ομάδα ανθρώπων έχω στ ...

Read more

Μια Εποχή Στο Τσιμέντο

ISOVITIS COVER 400Η ενηλικίωση ενός εφήβου στις τσιμεντένιες κερκίδες της δεκαετίας του ’90, μιας συναρπαστικής οπαδικής περιόδου που άφησε σακατεμένους όσους επέζησαν από τις παγίδες της. Οι εκδρομές, τα συνθήματα, οι πέτρες, τα κλομπ, η πρέζα που μύρισε κάθε φλέβα δεμένη με δίχρωμο κασκόλ.

Ο παράλληλος κόσμος που οι περισσότεροι αγνοούν ή προσποιούνται πως αγνοούν – μια ωδή στην κοινή ουτοπία των «χούλιγκαν», στα παιδιά που δε μεγάλωσαν, στις ζωές που δε θα αφηγηθεί κανείς πέρα από όσους τις είδαν να σβήνουν, Κυριακή με Κυριακή, στις γαλαρίες των πούλμαν και στα κάγκελα των γηπέδων.

Συνάμα, μια νοσταλγική ματιά, σε πρώτο πρόσωπο, από ένα μέλος της κερκίδας του ΠΑΟΚ, που απλώνει στο χαρτί καθετί σοβαρό ή αστείο, σημαντικό ή ασήμαντο μπορεί να ανασύρει από τη μνήμη του, από την πρώτη του στιγμή στους καπνούς του πετάλου μέχρι την τραγωδία που έκλεισε και σημάδεψε ολόκληρη τη δεκαετία, ορίζοντας και το τέλος της «Old School» γενιάς που έθεσε τους κανόνες της οπαδικής ζωής ουρλιάζοντας, χοροπηδώντας κι αιμορραγώντας στα γήπεδα και στους δρόμους.