Αντικοινωνικός

Αντικοινωνικός

Νιώθεις αυτό που...

Αλέξανδρε

Αλέξανδρε

Αγαπητέ Αλέξανδρε,...

Θάτσερ

Θάτσερ

Το «Μοντέρνο...

Non-Fiction

Non-Fiction

Μας κατέστρεψε το...

Ακρωτηριασμένος

Ακρωτηριασμένος

Βγαίνω από μία...

Ολιγαρκής

Ολιγαρκής

Ο κ. Γεώργιος...

Πυροτεχνουργός

Πυροτεχνουργός

Ο ταμίας ζήτησε...

Διαπλοκή

Διαπλοκή

Η ανάλυση των...

Ρεύμα

Ρεύμα

Όλος ο σύγχρονος...

Προσκυνητές

Προσκυνητές

Έχω μερικούς...

Τότε

Τότε

«Ποιο ποδόσφαιρο...

Σκόρπια

Σκόρπια

Στα...

  • Αντικοινωνικός

    Αντικοινωνικός

    Tuesday, 17 April 2018 13:40
  • Αλέξανδρε

    Αλέξανδρε

    Monday, 16 April 2018 02:23
  • Θάτσερ

    Θάτσερ

    Wednesday, 11 April 2018 15:50
  • Non-Fiction

    Non-Fiction

    Monday, 09 April 2018 01:30
  • Ακρωτηριασμένος

    Ακρωτηριασμένος

    Thursday, 29 March 2018 23:32
  • Ολιγαρκής

    Ολιγαρκής

    Sunday, 25 March 2018 19:39
  • Πυροτεχνουργός

    Πυροτεχνουργός

    Thursday, 22 March 2018 13:10
  • Διαπλοκή

    Διαπλοκή

    Wednesday, 21 March 2018 11:42
  • Ρεύμα

    Ρεύμα

    Tuesday, 20 March 2018 23:32
  • Προσκυνητές

    Προσκυνητές

    Monday, 19 March 2018 19:59
  • Τότε

    Τότε

    Monday, 12 March 2018 22:21
  • Σκόρπια

    Σκόρπια

    Monday, 12 March 2018 00:26

m59Η πολύχρονη, αβάσταχτη πείνα μας οδήγησε στον κανιβαλισμό. Τον τελευταίο καιρό, όσοι ζουν μόνο στον ψηφιακό μικρόκοσμο της ιντερνετικής κερκίδας του ΠΑΟΚ έχουν αρχίσει να τρέφονται με τις σάρκες των συνοπαδών τους.

Ξεχνούν ότι ο αντίπαλος δεν βρίσκεται ανάμεσά μας, ξεχνούν πως επιβιώνουμε ως κοινωνικό φαινόμενο επειδή τόσες δεκαετίες περπατάμε συντεταγμένα με κοινή οπαδική φιλοσοφία -λίγοι στις άκρες, από ‘δώ κι από ‘κεί, αλλά οι περισσότεροι με το ίδιο βήμα. Αυτή την ασύλληπτη, μοναδική και σχιζοφρενική φιλοσοφία του Παοκτσή που κανείς δεν θα καταφέρει ποτέ να αποκωδικοποιήσει αν δεν είναι ένας από εμάς. Ακόμα και οι υπερβολικοί, οι ακραίοι, οι πιο ανυπόμονοι και οι πιο ευερέθιστοι ανάμεσά μας ποτέ δε στραφήκαμε σε δικό μας επειδή έπρεπε να ξεφορτώσουμε το βαρύ μας κεφάλι. Και, κάπου εκεί, ήρθαν τα social media. Και ειδικότερα το Facebook.

Το Facebook έδωσε και δίνει βήμα στον καθένα. Σε ανθρώπους που πρόσωπο με πρόσωπο δεν μπορούν να αρθρώσουν λέξη και στις παρέες κάθονται στη γωνιά να ακούν τους υπόλοιπους. Σε ανύπαρκτους κομπλεξικούς που η μέρα τους αρχίζει και τελειώνει πυροβολώντας κρυμμένοι πίσω από τα άβαταρ. Σε αποτυχημένους αγγελιοφόρους της Μεγάλης Αλήθειας, που βρήκαν ευκαιρία να τη διαδώσουν μέσω του πολυπληθούς κοινού της πλατφόρμας, να ποτίσουν φαρμάκι τα μάτια που τους διαβάζουν και να μολύνουν κάθε υγιές κύτταρο που δεν έχει σοβαρό ανοσοποιητικό μηχανισμό. Στους θρυλικούς Μαχητές Της Θύρας 9, αυτούς που φτιάχνουν την ιστορία τους στην κερκίδα αναδρομικά, επικαλούμενοι δεκαετίες αγώνων και ιδρώτα δίχως να τους έχει δει κανένας ποτέ, σε κανένα τσιμέντο, σε κανένα πούλμαν, σε καμία φωτογραφία, παρά μόνο στη Θύρα 9 της Τούμπας των παραμυθιών τους. Στους καλοταϊσμένους άλλων καιρών, που πλέουν στα ρούχα τους επειδή χρόνια τώρα έμειναν στην απ’ έξω και ψάχνουν να ξανατρυπώσουν στη μοιρασιά. Στους εμμονικούς απαξιωτές των πάντων, τα ασπρόμαυρα σκουλήκια που έχουν αντιληφθεί την ασημαντότητα της ύπαρξής τους και σέρνονται κλειδαμπαρωμένα μπροστά στους υπολογιστές, ρίχνοντας εμετούς άφοβα καθώς από την οπτική ίνα δεν περνάει η φάπα και τώρα νιώθουν πολύ βολικά να ξερνάνε δίχως να κινδυνεύει ο σβέρκος, όπως γινόταν κάθε μέρα στο σχολείο όταν ήταν μικροί. Στους πραματευτάδες της ελπίδας, που κονομάνε πουλώντας αέρα για τα άδεια μυαλά. Στους εκμεταλλευτές της μεγάλης Αγάπης, που τη λερώνουν, την πατάνε κάτω, την ξεφτιλίζουν και την επιστρέφουν ανάπηρη και τσαλακωμένη στις καρδιές όσων τους ακούν δύο ώρες τη μέρα από τα τοξικά ραδιόφωνα.

Σαφώς και ο καθένας δικαιούται μία γνώμη. Ίση. Εγώ είμαι σαράντα ένα και πηγαίνω στο γήπεδο, έχω μία γνώμη. Ο άλλος είναι εξήντα και έχει γυρίσει όλο το πλανητικό σύστημα με ένα πούλμαν, έχει μία γνώμη, ίσης αξίας με τη δική μου. Κάποιος είναι δεκαεφτά, ζει στη Μελβούρνη, δεν έχει δει ποτέ τον ΠΑΟΚ από κοντά, έχει κι αυτός τη δική του γνώμη, ίσης αξίας κι αυτή. Το πρόβλημα είναι αυτά τα μαλακισμένα που πιστεύουν πως η δική τους η γνώμη είναι πιο σημαντική από των υπολοίπων. Επειδή είναι πιο έξυπνοι, πιο δικτυωμένοι, πιο περπατημένοι ή πιο ΠΑΟΚ από εμάς. Μπίνγκο. Εκεί είσαι. Αυτούς κυνηγάς. Δε θέλει πολλή σκέψη, όποιος σου λέει «εμένα θα ακούς» απευθείας μπαίνει στη λίστα των υπόπτων. Τελευταία, το «εμένα θα ακούς» έχει μεγαλύτερο σουξέ και από την κλασική, διαχρονική επιτυχία «ξέρεις ποιος είμαι εγώ». Επειδή μεγαλώσαμε, γνωριστήκαμε όλοι, τώρα όντως ξέρουμε ποιος είναι ο καθένας. Συνεπώς άλλαξε το τροπάριο, έγινε «θα σου ανοίξω εγώ τα μάτια», «σε δουλεύουνε», «κέρνα έναν καφέ και θα σου τα πω όλα για τον ΠΑΟΚ».

Η δύναμη του Λαού του ΠΑΟΚ ήταν η Βία. Μια φορά κι έναν καιρό. Η Βία ως αντίδραση, ως απάντηση στη Βία που ασκήθηκε πάνω του. Ξύλο στο ξύλο. Πέτρες στις πέτρες. Κλωτσιές στις κλωτσιές. Να τρομοκρατείς τους τρομοκράτες, ωραίο συναίσθημα, να πατάς αυτούς που πήγαν να σε πατήσουν, να χτυπάς δικαιολογημένα και να νιώθεις πως το μόνο που κάνεις είναι να τους επιστρέφεις αυτό που σου έδωσαν -ενισχυμένο, δυνατότερο, ολοκληρωτικό. Η εποχή άλλαξε, η Βία έγινε διαφορετική. Έγινε λέξεις και τσιτάτα και λάσπη. Έγινε προπαγάνδα. Έγινε διχόνοια. Είμαστε στο σημείο όπου βρισκόμασταν πριν από τρεις, περίπου, δεκαετίες: Ζαλισμένοι από το νέο πράγμα που μας χτύπησε και δεν ξέρουμε ούτε τι είναι, ούτε πώς να φυλαχτούμε απ’ αυτό. Εκεί, μέσα δεκαετίας του ’80. Όταν καταλάβαμε τι γινόταν, τους πήραμε παραμάζωμα. Γράφτηκαν οι πιο ιστορικές σελίδες αυτού του μετακινούμενου τρελοκομείου. Ως απάντηση. Ως αντίδραση. Χτυπώντας πρώτος είσαι απλός αλήτης. Τσογλάνι. Απαντώντας στο χτύπημα δεν υπάρχει τίποτα που να σου σκοτεινιάζει το νου. Μπορείς και κοιμάσαι τα βράδια.

Θα το περάσουμε κι αυτό. Θα ξαναβρούμε τη φόρμα μας, η ιστορία κάνει κύκλους και με την ιστορία πάντα τα είχαμε καλά. Το πρώτο βήμα είναι να τους αναγνωρίσεις: Προσωπικά, τους ξεχωρίζω από τις αντιδράσεις τους όταν βλέπουν τον ΠΑΟΚ. Βάζουμε γκολ και στενοχωριούνται, τρώμε γκολ και αράζουν πίσω ευτυχισμένοι. Κερδίζουμε και ανεβάζουν τραγούδια και γνωμικά, χάνουμε και αραδιάζουν σεντόνια. Το δεύτερο βήμα είναι το θέμα. Πώς προχωράς. Μας ξεπέρασε η εποχή της φάπας και της πέτρας, οι τύποι είναι κρυμμένοι μέσα σε τέσσερις τοίχους και όσες πέτρες να φάει ο τοίχος δεν πέφτει. Δεν είναι λύση αυτή. Θα πρέπει να τους μειώσουμε την αποδοχή. Να κόψουμε την τροφοδοσία. Να πεινάσουν, να σταματήσουν να τρώνε τις σάρκες μας. Δεν είναι πολλοί. Εμείς τους κάναμε να φαίνονται πολλοί -μια χούφτα μπάσταρδα είναι, που σε κοινή θέα δε θα τους έβλεπες καν επειδή στον πραγματικό κόσμο δεν αφήνουν ούτε χνάρια στο δρόμο όπου περπατάνε.

Με στενοχωρεί που βλέπω τους φίλους μου, τους συνταξιδιώτες στους καιρούς που η καθεμέρα μας ήταν η ετοιμασία για το επόμενο ταξίδι, τα Παοκτσάκια που έκατσαν στη διπλανή θέση μου, να αναλώνονται και να αποδυναμώνονται πολεμώντας σκιές, προσπαθώντας να κλωτσήσουν με όση δύναμη έχουν τα ολογράμματα των ξεφτιλισμένων που καπηλεύονται την ασπρόμαυρη πυξίδα που έχουμε για καρδιά. Δεν πέφτουν έτσι, δεν μπορείς να ρίξεις σφαλιάρες σε ένα άβαταρ -πρέπει να το αφήσεις στην ανυπαρξία του. Δεν ακούς τη φωνή του στο ραδιόφωνο, δεν διαβάζεις τα ξερατά του στο ίντερνετ, δεν απαντάς στα μηνύματά του που σε καλούν να πέσεις κι εσύ στο βούρκο μαζί του. Δεν του αναγνωρίζεις καν τον ισχυρισμό του πως υπάρχει στ’ αλήθεια, το αγνοείς. Αλλά στους περισσότερους της γενιάς μου δεν αρέσουν αυτά, προτιμούν τους καθαρούς λογαριασμούς και τις καθαρές ξήγες. Παλεύεις με τα σκατά, γέρο μου, θα λερωθείς, δεν γίνεται αλλιώς.

Δεν διαβάζω αθλητικές ιστοσελίδες. Δεν ακούω ραδιόφωνα. Δεν βλέπω τηλεόραση. Έχω αποδείξει στον εαυτό μου πως δε μου χρειάζονται -μπορώ να αποδείξω και στον καθένα πως ξέρω πολλά περισσότερα για τον πραγματικό κόσμο από κάποιον που περνά τη μέρα του γεμίζοντας το κεφάλι του με «ενημέρωση» από αυτά τα μέσα. Αν συνεχιστεί η κατάντια, θα κόψω και τα social media, μια χαρά ενημερώνεσαι στους καφέδες με την παρέα και με δέκα-είκοσι ανθρώπους που έχεις επιλέξει να ακούς και να σε ακούνε. Αλλά βαρέθηκα πια να είναι ο ψηφιακός κόσμος το μοναδικό θέμα συζήτησης. Τι έγραψε αυτός και τι είπε ο άλλος -στ’ αρχίδια μου. Αυτοί που γκρινιάζουν και ουρλιάζουν περισσότερο για τους τρύπιους που χαίρονται όταν κλαίμε και μουδιάζουν όταν χαιρόμαστε είναι κι αυτοί που τους τρέφουν. Που τους ακούνε, τους διαβάζουν, τους βρίζουν, τους δίνουν φαΐ. Έχει γεμίσει το inbox μου με μηνύματα για το πόσο κακό κάνουν όλοι αυτοί, αλλά ζήτημα ένας-δύο να έχουν κόψει και την τροφοδοσία τους.

Aποτυχημένοι

Aποτυχημένοι

Ο αγώνας Κυπέλλου με την Κέρκυρα, στις 7 Ιανουαρίου, θα έπρεπε να είναι το επίσημο τεστ των νέων μετ ...

Read more
Προδότες

Προδότες

Πονάει λίγο, αλλά ας μιλήσουμε για τους προδότες (και για τους «προδότες»), μέρες που είναι. (Μπαίν ...

Read more
Βλάκας

Βλάκας

Το «τερν αράουντ» τ& ...

Read more
Χοτ-ντογκ

Χοτ-ντογκ

Κριτική ΠΑΟΚ-Πανιώνιος 81-63 Ωραία ήταν στο μπασκετάκι, αν και δεν έχω ξαναδεί αγώνα του ΠΑΟΚ με τό ...

Read more
Απόσταση

Απόσταση

Οι πιο μεγάλες τραγωδίες αυτό τον καιρό είναι οι Παοκτσήδες του Νότου. «Δεν έχουμε μούτρα να κυκλοφο ...

Read more
Ακρωτηριασμένος

Ακρωτηριασμένος

Βγαίνω από μία περίοδ&omicr ...

Read more
Ρόλφι

Ρόλφι

Επειδή χρέος μας είναι η αποκατάσταση της ιστορικής αλήθειας σε κάθε ευκαιρία, θεωρώ πως έφτασε η ώρ ...

Read more
Σκούζει

Σκούζει

Η 29η Νοεμβρίου 2016, η νύχτ&a ...

Read more
Tελικός

Tελικός

Επειδή όλες οι μεγάλες ιδέες ξεκινούν από το μυαλό ενός ανθρώπου, ποιος μου λέει εμένα πως δεν είμαι ...

Read more
Αύριο

Αύριο

Αύριο είναι η μέρα που απαντώνται όλα τα ερωτήματά μας για τις προθέσεις της νέας κυβέρνησης σχετικά ...

Read more
Παναχαϊκή

Παναχαϊκή

Να βλέπεις αγώνα στην 4 το 1992, να εκδηλώνεσαι ανοιχτά υπέρ των φιλοξενούμενων, να χτυπιέσαι στις ε ...

Read more
Προειδοποίηση

Προειδοποίηση

Οι ώρες που περάσαμ ...

Read more

Μια Εποχή Στο Τσιμέντο

ISOVITIS COVER 400Η ενηλικίωση ενός εφήβου στις τσιμεντένιες κερκίδες της δεκαετίας του ’90, μιας συναρπαστικής οπαδικής περιόδου που άφησε σακατεμένους όσους επέζησαν από τις παγίδες της. Οι εκδρομές, τα συνθήματα, οι πέτρες, τα κλομπ, η πρέζα που μύρισε κάθε φλέβα δεμένη με δίχρωμο κασκόλ.

Ο παράλληλος κόσμος που οι περισσότεροι αγνοούν ή προσποιούνται πως αγνοούν – μια ωδή στην κοινή ουτοπία των «χούλιγκαν», στα παιδιά που δε μεγάλωσαν, στις ζωές που δε θα αφηγηθεί κανείς πέρα από όσους τις είδαν να σβήνουν, Κυριακή με Κυριακή, στις γαλαρίες των πούλμαν και στα κάγκελα των γηπέδων.

Συνάμα, μια νοσταλγική ματιά, σε πρώτο πρόσωπο, από ένα μέλος της κερκίδας του ΠΑΟΚ, που απλώνει στο χαρτί καθετί σοβαρό ή αστείο, σημαντικό ή ασήμαντο μπορεί να ανασύρει από τη μνήμη του, από την πρώτη του στιγμή στους καπνούς του πετάλου μέχρι την τραγωδία που έκλεισε και σημάδεψε ολόκληρη τη δεκαετία, ορίζοντας και το τέλος της «Old School» γενιάς που έθεσε τους κανόνες της οπαδικής ζωής ουρλιάζοντας, χοροπηδώντας κι αιμορραγώντας στα γήπεδα και στους δρόμους.