Δεν

Δεν

Το Σάββατο, όπως...

Επέτειος

Επέτειος

Το «Μια Εποχή Στο...

Μπάτσων

Μπάτσων

Ποτέ δεν είσαι...

Μαργαρίτης

Μαργαρίτης

Στις 17 Δεκεμβρίου...

Ασταδιάλα

Ασταδιάλα

Ναι, ρε Παοκάρα, ναι,...

Cobalt

Cobalt

Αυτός είναι ο Φώτης....

Zωές

Zωές

Τους παρατηρούσα...

Σχέδιο

Σχέδιο

Ο μπαμπάς μόλις είχε...

Απορία

Απορία

Πλησίαζε το...

Άουτ

Άουτ

Η «Τούμπα-Κόλαση»...

Ζάχαρο

Ζάχαρο

Το κυλικείο της 4...

Ranking

Ranking

Από την έναρξη του...

  • Δεν

    Δεν

    Tuesday, 06 November 2018 14:41
  • Επέτειος

    Επέτειος

    Friday, 02 November 2018 15:39
  • Μπάτσων

    Μπάτσων

    Thursday, 01 November 2018 22:47
  • Μαργαρίτης

    Μαργαρίτης

    Tuesday, 30 October 2018 23:33
  • Ασταδιάλα

    Ασταδιάλα

    Thursday, 25 October 2018 23:58
  • Cobalt

    Cobalt

    Friday, 19 October 2018 22:56
  • Zωές

    Zωές

    Friday, 19 October 2018 01:22
  • Σχέδιο

    Σχέδιο

    Wednesday, 10 October 2018 18:36
  • Απορία

    Απορία

    Thursday, 27 September 2018 08:48
  • Άουτ

    Άουτ

    Sunday, 23 September 2018 11:26
  • Ζάχαρο

    Ζάχαρο

    Sunday, 23 September 2018 01:11
  • Ranking

    Ranking

    Wednesday, 15 August 2018 18:54

cardsΓεννήθηκα μέσα στον τζόγο, μεγάλωσα μέσα στον τζόγο, κατάφερα να ξεφύγω από το σάπιο περιβάλλον όπου ενηλικιώθηκα, αλλά, τελικά, αυτό που με κατέστρεψε ήταν ο τζόγος. Ο τζόγος των άλλων, δηλαδή -εγώ από τζόγο ούτε Τζόκερ δεν παίζω.

Ο τζόγος που πλήρωσα, πληρώνω και θα πληρώνω και ποιος ξέρει αν έρθει ποτέ μια μέρα που δε θα χρειάζεται άλλο να πληρώνω τα χρέη που μου φόρτωσε το κουσούρι των ανθρώπων που έφυγαν από τη ζωή μου σαν κλέφτες. «Ως» κλέφτες, γιατί να φοβάμαι τη λέξη -ως κλέφτες.

Όταν οι συνομήλικοί μας έπαιζαν μπάλα και κρυφτό, εμείς παίζαμε Πόκα στα σκαλιά του πατρικού μου. Όταν παίζαμε μεταξύ μας, αντί για λεφτά είχαμε ως νόμισμα τα περιοδικά, Μίκυ Μάους, Ποπάυ, Περιπέτεια. Ώρες ατέλειωτες με Κούκο Διπλό και Λαγό Με Δύο Καπέλα και Αναστάση και εκατό διαφορετικά κόλπα, που οι πατεράδες μας στο καφενείο έμοιαζαν ερασιτέχνες μπροστά μας. Οι ξενέρωτοι έπαιζαν Αγωνία και Ξερή, εμείς μόνο Πόκα -ήρθαν κάτι μηχανήματα όπου έβαζες φράγκα και προσπαθούσες να τα κερδίσεις παίζοντας Πόκερ, γελούσαμε, τι παιδικά πράματα είναι αυτά, βαρεμάρα. Και συνεχίζαμε την Πόκα, όλο το Καλοκαίρι, τα Σαββατοκύριακα του Χειμώνα, στις διακοπές, ειδικά με τα κάλαντα, έχανες κι έβγαινες άλλον ένα γύρο βραδιάτικα για να συνεχίσεις να παίζεις. Ο μεγαλύτερος της παρέας ήταν δώδεκα-δεκατριών τότε.

Κάπου εκεί άρχισα να βγάζω τα πρώτα λεφτά μου ως τσιλιαδόρος. Είχαμε έναν που έφερνε λαθραίες ηλεκτρικές συσκευές από τη Δυτική Γερμανία και μου έδωσε ένα ασύρματο τηλέφωνο που το κοιτούσαμε όλοι και δεν ξέραμε πώς δουλεύει. Το σύνδεσαν στη χαρτοπαικτική λέσχη, μου έδωσαν το ακουστικό και την έπεφτα όλη νύχτα σ’ ένα αμάξι απ’ έξω, με το ασύρματο στο χέρι. Μόλις έβλεπα κάποιον να πλησιάζει, πατούσα τυχαία πλήκτρα στο τηλέφωνο, μέσα στο μαγαζί ακουγόταν ο ήχος από τους αριθμούς που σχημάτιζα, τουτ-τουτ-τουτ, το οποίο ήταν το σινιάλο για να εξαφανίσουν τα φράγκα από τις τσόχες.

Το θυμάμαι πως ήμουν δεκατεσσάρων, επειδή στη Δευτέρα Γυμνασίου παίξαμε ένα θεατρικό και έχασα μια πρόβα από ξενύχτι στη λέσχη. Πήρε η καθηγήτρια τηλέφωνο σπίτι από το θέατρο, της είπε η μάνα μου «ξενύχτησε στη δουλειά το παιδί». Τη Δευτέρα με ρώτησε «τι δουλειά κάνω». Είχα πάρει προαγωγή, έφτιαχνα καφέδες και μάζευα τα ποσοστά από τα τραπέζια: Το δέκα τοις εκατό στον Θανάση, κάτι κοντά στο πέντε τοις εκατό στην Πόκα, αναλόγως την ατμόσφαιρα στα ζάρια. Έφευγα, στα τέλη της δεκαετίας του ’80, με δέκα χιλιάρικα νυχτοκάματο.

Έχω δει με τα μάτια μου να αλλάζουν χέρια περιουσίες σε ένα δευτερόλεπτο. Άνοιγε ο Βαλές και μισό εκατομμύριο ταξίδευε απέναντι. Αν άνοιγε η Ντάμα, το χαρτί θα πήγαινε αλλού. Αλλά δεν είχε άλλη Ντάμα η τράπουλα, είχα μάθει να τα μετράω, δύο κάτω, μία στο χέρι ο χαμένος, η τέταρτη ήταν διπλωμένη στην αγκαλιά του διπλανού του που είχε πάει πάσο ένα γύρο νωρίτερα -έπρεπε να το είχε σκεφτεί, μόνο με Ντάμα θα έκανε τέτοιο άνοιγμα στην αρχή. Έπεφταν εκατομμύρια στην τσόχα μπροστά μου και σκεφτόμουν πως, αν με άφηναν, θα τους τα έπαιρνα όλα. Ήταν όλοι του χεριού μου, έλεγα από μέσα μου.

Έβαζες «μάνα» ένα χιλιάρικο. Γίνονταν δύο. Τέσσερα. Οκτώ. Δεκάξι. Τριάντα δύο, εξήντα τέσσερα, εκατόν είκοσι οκτώ, αν πιούμε καφέ μπορώ να σου διπλασιάζω οποιονδήποτε αριθμό σκεφτείς μέχρι το άπειρο. Το ζάρι ήταν η χειρότερη φάση. Έφτασε το φτωχαδάκι να έχει πεντακόσια δώδεκα χιλιάρικα μπροστά του στην τσόχα. Πέντε μισθοί. Δύο παιδιά, το ένα μωρό. «Πάρ’ τα και φύγε», είπε ένας από τους χαμένους συμπαίκτες και ήταν η πρώτη και τελευταία φορά που άκουσα τέτοιο πράμα στην καριέρα μου ως εξυπηρέτηση τζογαδόρων. «Βάλτε», είπε το φτωχαδάκι. Έλαμψαν όλα τα μάτια στο μαγαζί. Στο περίεργο σύμπαν τους, υποσυνείδητα χαίρονταν που ο συγκεκριμένος κέρδιζε για πρώτη φορά τέτοιο ποσό. «Βάλτε». Τον μίσησαν όλοι μεμιάς. Τα έβαλε ένας. «Σε καλύπτω, ρίξε». Το θυμάμαι, ήταν μαρτύριο, δεν έφερε ζαριά που κερδίζει με τη μία. Έφερε πέντε, έξι, οκτώ, κάτι τέτοιο. Ίδρωναν όλοι, ίδρωνα κι εγώ. Παρακαλούσα να κερδίσει ως τότε, τώρα παρακαλούσα να χάσει. Ήταν ύβρις. Κι όμως, το έφερε. Ένα εκατομμύριο είκοσι τέσσερις χιλιάδες. Δε μιλούσε κανείς. Έβγαλε τα είκοσι τέσσερα, τα έδωσε «για το μαγαζί» κι εξαφανίστηκε μέσα στη νύχτα. Σα χθες το θυμάμαι. Τέλειωσε η βάρδια, πήγα σπίτι. Το άλλο απόγευμα θα μάθαινα πως ξαναγύρισε λίγο μετά που έφυγα, τα έπαιξε όλα, τα έχασε όλα. Έλεγε πως «με τέτοια ρέντα χαζός είμαι που έφυγα τόσο νωρίς». Γάβρος, τι περιμένεις.

Έχω δει να πέφτει κλειδί αυτοκινήτου στην τσόχα επειδή τελείωσαν τα φράγκα κι έχω δει αυτό το κλειδί να μπαίνει σε άλλη τσέπη λίγο αργότερα. «Ρε μαλάκα, δώσ’ του το πίσω, πώς θα κυκλοφορείς στο χωριό με το αμάξι του άλλου». Του το έδωσε, αλλά πρώτα έκανε μια βόλτα να τον δουν όλοι, να τον ξεφτιλίσει -δεν ξέρω πόσα τον χρέωσε. Έχω δει μαχαιριά ακατανόητη, έβραζε ο άλλος, σηκώθηκε, του έμπηξε το μαχαίρι κι έγινε πουτάνα όλη η νύχτα, φωνές, λιποθυμίες, αίμα στην τσόχα -δεν καθάρισε ποτέ εκείνο το αίμα, παίζανε μετά πόσα χρόνια πάνω στη στάμπα. Έχω δει να κρύβει χαρτιά ένας στο γύψο του χεριού του -κι ήταν τόσο μεγάλο το βάσανο που έπρεπε να τον καρφώσω, ήμουν «το μαγαζί», τον φώναξα, του το είπα στο αυτί, μου απάντησε δυνατά «κόψε τα χασίσια, Νικολάκη, βλέπεις πράματα που δεν υπάρχουν». Λίγα λεπτά αργότερα, πρόλαβε να γλιστρήσει από τα χέρια μας πριν χρειαστεί γύψο και για τα υπόλοιπα μέλη -δε μου ξαναείπε καλημέρα αυτός, όσες φορές κι αν με είδε από τότε.

Η καλύτερη ανάμνησή μου από εκείνη την εποχή ήταν ένα ξημέρωμα που έκατσαν οι μονομάχοι της νύχτας και προσπαθούσαν να συμφωνήσουν μεταξύ τους ποιος είχε χάσει και ποιος είχε κερδίσει. Εγώ έχασα τριάντα χιλιάρικα, έλεγε ο ένας, εγώ έχασα είκοσι, εγώ κέρδισα δέκα, εγώ κέρδισα είκοσι. Έλειπαν είκοσι χιλιάδες από το μέτρημα, άρα κάποιος έλεγε ψέματα, σκέφτονταν. Κοιτάχτηκαν με καχυποψία κι έφυγαν κουρασμένοι, δίχως κανένας τους να σκεφτεί πως αυτά που τους έλειπαν ήταν τα ποσοστά που έδιναν μετά από κάθε κερδισμένη παρτίδα στο μαγαζί -το δέκα τοις εκατό. Κάποιοι χάνανε, κάποιοι κερδίζανε, αλλά ο μόνος που πάντα κέρδιζε και ποτέ δεν έχανε ήταν το μαγαζί.

Όλα αυτά τα συναρπαστικά τελείωσαν, επιτέλους, όταν ανοίξαμε το προποτζήδικο σε άλλο μαγαζί και έφυγα από το περιβάλλον του τζόγου. Ήμουν δεκαέξι χρόνων, πήγαινα Λύκειο, το πρωί σχολείο, το μεσημέρι στο μαγαζί μέχρι το κλείσιμο, τριακόσιες εξήντα μέρες το χρόνο εκείνο το κωλομάγαζο, κάθε Κυριακή κλειστό για τις εκδρομές του ΠΑΟΚ, κάθε Τετάρτη όταν είχε Κύπελλο με ανακοίνωση από μέρες πριν. Τους είχα εκπαιδεύσει, όλοι ήξεραν πότε παίζει ο ΠΑΟΚ, άρα θα λείπω, άρα να παίξουν μια μέρα νωρίτερα. Ακόμα κι αυτήν τη στιγμή που τα γράφω, στην ΠΑΕ ΠΑΟΚ θα υπάρχει σε κάποια παλιά λίστα το τηλέφωνο εκείνου του μαγαζιού ως «Σ.Φ. ΠΑΟΚ ΚΑΒΑΛΑΣ», δίπλα στο τηλέφωνο του πατρικού μου.

Πέρα από τις μαθητικές μου εμπειρίες με την Πόκα, η ζωή μου από δεκαπέντε χρόνων είναι αποστειρωμένη από τζόγο. Δεν παίζω χαρτιά πέρα από μπιρίμπα με την Άννα, δεν παίζω Στοίχημα, δεν έχω μπει ποτέ στη ζωή μου σε καζίνο, δεν έχω παίξει ούτε μία δραχμή στα «φρουτάκια», γενικώς, δεν μπορώ να με θυμηθώ ποτέ να τζογάρω. Αλλά έχω δει πράματα που με έκαναν να σιχαθώ την ανθρώπινη αδυναμία τόσο πολύ που κόβω φίλους μόλις μυριστώ τέτοια αρρώστια. Δεν έχει σωτηρία, δεν έχει επιστροφή όταν ο άλλος δεν αντιλαμβάνεται πόσο εθισμένος είναι σ’ αυτό. «Πέντε ευρώ παίζω, ρε, σιγά, δεν είμαι κανένας τζογαδόρος». Είσαι, μαλάκα, απλώς είσαι ψιλικατζής. Και είσαι ψιλικατζής επειδή τόσα έχεις στην τσέπη, τη μέρα που θα σου κάτσει το πακέτο θα το ακουμπήσεις ολόκληρο. Το παραμύθι δε μου το έχουν απλώς διηγηθεί, ήμουν εκεί όσες φορές κι αν παίχτηκε και είχε πάντα το ίδιο τέλος -που δεν είναι τέλος, μια λούπα είναι, ως να σου βγει η ψυχή.

Έχω χάσει το λογαριασμό πόσα λεφτά χρωστάω σήμερα επειδή έπρεπε να βρω λεφτά να δώσω σε ανθρώπους δικούς μου που έχασαν τα δικά τους λεφτά τζογάροντας. Αλλά σίγουρα θα ξεχρέωνα και θα μου έμεναν στην τσέπη άλλα τόσα αν έπαιρνα αύριο όσα μου χρωστάνε όλοι αυτοί, οι «μέχρι τη Δευτέρα θα σου τα επιστρέψω», οι «στο τέλος του μήνα», οι «θα δουλεύω και θα σου τα δίνω λίγα-λίγα» και το ποιηματάκι που λένε όλοι απλώς για να χαθούν απ’ τα μάτια σου και από τη ζωή σου. Όπως κινδύνεψα κι εγώ να χαθώ από τις ζωές δικών μου ανθρώπων επειδή φορτώθηκα το βάρος να πληρώσω τα γαμησιάτικα. Των φίλων, των συνεργατών, της ίδιας της οικογένειάς μου. Με λεφτά που μάτωσα για να τα βγάλω, με δουλειά, με ιδρώτα. Ο τελευταίος που μου έκλεψε χρήματα για να παίξει τζόγο θα μου τα επέστρεφε «τη Δευτέρα» πριν δύο χρόνια. Λίγο καιρό μετά, έμεινα άστεγος με δύο παιδιά. Τη μέρα που θα τον ξανασυναντήσω θα πρέπει να έχω στο νου μου τα παιδιά μου πριν κάνω οτιδήποτε.

Την κουβέντα την είχα πριν καιρό με ανθρώπους που τους γνωρίζω από μικρό παιδί. Κάποτε πιάνατε εντεκάρι στο Προπό κάθε εβδομάδα και τώρα δεν μπορείτε να βγάλετε δύο στους τρεις αγώνες. Κουνούσανε τα κεφάλια οι παππούδες, οι βετεράνοι του τζόγου, «ναι, αλλά γιατί, ρε Νικόλα», ψάχνανε την απάντηση. Επειδή τώρα δεν ψάχνετε ποιος θα νικήσει -διαλέγετε μια απόδοση και προσεύχεστε να σας κάτσει. Δεν παίζεις το «Χι» επειδή πιστεύεις πως θα λήξει ισοπαλία, παίζεις το «4,00» απόδοση που δίνει το «Χι» και απλώς παρακαλάς να σου βγει. Για να δίνει τέσσερις φορές τα λεφτά σου, λογικά είναι τόσο δύσκολο να συμβεί που, πολύ απλά, δε θα συμβεί. Μην το παίζεις. Μην παίζεις. Μην τζογάρεις κόντρα στα θηρία -ποιος έφαγε φράγκα από τα θηρία για να φας κι εσύ.

Ήταν το Καλοκαίρι του Ευρωμπάσκετ. Μόλις είχαμε τελειώσει το Δημοτικό. Στα σκαλάκια όπου παίζαμε Πόκα όλη μέρα, με διαλείμματα για ποδόσφαιρο, ήταν αφημένη η ελληνική σημαία από τα πανηγύρια της γιορτινής βραδιάς, φόντο στα κόλπα και τους ατελείωτους συνδυασμούς της 32άρας. Κάποιοι φίλοι από άλλες γειτονιές ενδιαφέρθηκαν να μάθουν τι ήταν αυτή η Πόκα μου μας είχε μαγέψει, να παίξουν κι αυτοί, να τους εξηγήσουμε τους κανόνες. «Θα μάθεις παίζοντας», ήταν η μόνιμη απάντηση του αρχηγού μας σε όποιον ρωτούσε, δηλαδή μέχρι να μάθεις θα χάνεις λεφτά ως δίδακτρα, ας πούμε, από τους μεγάλους καθηγητές. Εκείνο το καλοκαίρι, ρε φίλε, πόσα να μαζέψαμε με τον Γιώργο, όλα τα χαρτζιλίκια του χωριού έγιναν δίδακτρα στην Πόκα που τους «μαθαίναμε». Και κάθε βράδυ τα κάναμε παγωτά, χαρτάκια και Χένιγκερ -από τότε πίναμε αλκοόλ, τώρα που το σκέφτομαι, είχα την εντύπωση πως το ποτό το είχα ξεκινήσει στις εκδρομές.

Μια Εποχή Στο Τσιμέντο

ISOVITIS COVER 400Η ενηλικίωση ενός εφήβου στις τσιμεντένιες κερκίδες της δεκαετίας του ’90, μιας συναρπαστικής οπαδικής περιόδου που άφησε σακατεμένους όσους επέζησαν από τις παγίδες της. Οι εκδρομές, τα συνθήματα, οι πέτρες, τα κλομπ, η πρέζα που μύρισε κάθε φλέβα δεμένη με δίχρωμο κασκόλ.

Ο παράλληλος κόσμος που οι περισσότεροι αγνοούν ή προσποιούνται πως αγνοούν – μια ωδή στην κοινή ουτοπία των «χούλιγκαν», στα παιδιά που δε μεγάλωσαν, στις ζωές που δε θα αφηγηθεί κανείς πέρα από όσους τις είδαν να σβήνουν, Κυριακή με Κυριακή, στις γαλαρίες των πούλμαν και στα κάγκελα των γηπέδων.

Συνάμα, μια νοσταλγική ματιά, σε πρώτο πρόσωπο, από ένα μέλος της κερκίδας του ΠΑΟΚ, που απλώνει στο χαρτί καθετί σοβαρό ή αστείο, σημαντικό ή ασήμαντο μπορεί να ανασύρει από τη μνήμη του, από την πρώτη του στιγμή στους καπνούς του πετάλου μέχρι την τραγωδία που έκλεισε και σημάδεψε ολόκληρη τη δεκαετία, ορίζοντας και το τέλος της «Old School» γενιάς που έθεσε τους κανόνες της οπαδικής ζωής ουρλιάζοντας, χοροπηδώντας κι αιμορραγώντας στα γήπεδα και στους δρόμους.

FB