Καζούρα

Καζούρα

Δεν πρόκειται ποτέ...

Ξυστό

Ξυστό

Η εκδρομή είχε...

30

30

Εκείνη η στιγμή, πέντε...

Κεφτέδες

Κεφτέδες

Θυμάμαι που ξάπλωνα...

Τίτλος

Τίτλος

Το αρχείο που...

Τόλιος

Τόλιος

Δεν μπορούσαμε να...

Μηδέν

Μηδέν

Πόσο έτοιμοι...

Τέρατα

Τέρατα

Τα τέρατα μας...

Ωράρια

Ωράρια

Πέρσι είχα κάνει...

Γιαμάχα

Γιαμάχα

Η τριμελής επιτροπή...

Συνταγή

Συνταγή

Δεν είναι εύκολο...

Συλλφίλ

Συλλφίλ

Μπορεί η οπαδική...

  • Καζούρα

    Καζούρα

    Tuesday, 12 December 2017 14:12
  • Ξυστό

    Ξυστό

    Friday, 08 December 2017 15:10
  • 30

    30

    Wednesday, 06 December 2017 20:22
  • Κεφτέδες

    Κεφτέδες

    Saturday, 02 December 2017 13:48
  • Τίτλος

    Τίτλος

    Friday, 01 December 2017 10:03
  • Τόλιος

    Τόλιος

    Wednesday, 29 November 2017 21:08
  • Μηδέν

    Μηδέν

    Wednesday, 29 November 2017 12:12
  • Τέρατα

    Τέρατα

    Monday, 27 November 2017 19:41
  • Ωράρια

    Ωράρια

    Monday, 20 November 2017 15:26
  • Γιαμάχα

    Γιαμάχα

    Thursday, 16 November 2017 20:25
  • Συνταγή

    Συνταγή

    Thursday, 16 November 2017 00:23
  • Συλλφίλ

    Συλλφίλ

    Wednesday, 15 November 2017 15:06

venceΠώς γίνεται να τελειώνει μία χρονιά που σε βρίσκει υγιή, εσένα και τα τρία κορίτσια σου, αρτιμελή, ευτυχισμένο, γεμάτο, μία χρονιά που σου έδωσε για πρώτη φορά και τη γλύκα του να σηκώνεις ένα πρωτάθλημα μέσα στο σπίτι σου, αλλά να νιώθεις πως ήταν η χειρότερη χρονιά της ζωής σου;

Πώς εξηγείται το ανακατεμένο στομάχι όταν κάνεις την ανασκόπηση και λες «να μην ξαναζήσω τέτοια χρονιά», ενώ όλα γύρω σου είναι γεμάτα αγάπη, η οικογένεια που μεγαλώνει και ομορφαίνει καθημερινά, οι φίλοι που παραμένουν στο πλάι, οι παρέες που διαρκώς μεγαλώνουν και γίνονται πιο ενδιαφέρουσες; Στο ζουμί της, η ζωή δε μου στέρησε τίποτα πέρσι, αν και χρειάστηκε να παλέψω για τα βασικά -κι όμως, γαμώ το 2015, όσα και να μου έδωσε, με άφησε σακατεμένο.

Είναι πολύ βίαιο να μένεις άστεγος. Γροθιά. Να βάζεις το πρωί τα παιδιά στο σχολικό λεωφορείο γνωρίζοντας πως το απόγευμα που θα επιστρέψουν δε θα έχουν σπίτι να μείνουν. Να έχεις πακετάρει τα πάντα, έπιπλα, σκεύη, χαλιά, ρούχα, παιχνίδια, συσκευές, βιβλία, όσα μάζεψες τα τελευταία είκοσι χρόνια που ζεις σ’ αυτή την πόλη και να τα παρατάς σε ένα παλιό γκαράζ επειδή δεν έχεις πού αλλού να πας το νοικοκυριό σου. Να τα βάζεις το ένα πάνω στο άλλο μέσα στη σκόνη και να μην ξέρεις για πόσο -για μια μέρα, για ένα μήνα, για περισσότερο. Να ψάχνεις κάπου να χωθείς μέχρι να βρεις μια λύση από την απότομη κατραπακιά και να βρίσκεις μια τρύπα που χωράει ίσα-ίσα εσένα και τη γυναίκα, να στέλνεις τα παιδιά στο χωριό, εξορία, να τα αποχωρίζεσαι για πρώτη φορά στη ζωή σου -δεν είχε περάσει μέρα χωρίς να τα δω μέχρι εκείνο το γαμημένο, το ιδρωμένο καλοκαιριάτικο απόγευμα που τα έβαλα σ’ ένα αυτοκίνητο με τα ρούχα και τα λιγοστά τους παιχνίδια και τα αποχαιρέτησα χαμογελαστός. Το πιο δύσκολο απ’ όλα, να πρέπει να χαμογελάς.

Εκείνες τις μέρες ήταν, που δάκρυ δε στέρευε από την κακιά μας την ώρα, μπήκε ένας πουτάνας γιος σ’ αυτήν τη σελίδα και έγραψε «Ισοβίτη, από κάπου τα παίρνεις, δεν ξέρω από πού, αλλά κάποιος σε ταΐζει για να τα γράφεις όλα αυτά». Αν υπάρχει Θεός, μόνο αυτός ξέρει πώς κρατήθηκα τότε, ούτε προφίλ πάτησα να τσεκάρω, ούτε τίποτα, το έσβησα κι έπεσα για ύπνο. Ήξερα πως αν έβγαζα άκρη ποιος ήταν ο τύπος θα την πλήρωνε για όλα αυτός. Για τα φράγκα που μου φάγανε κι ακόμα έχω να παίρνω, για το τελεσίγραφο που μου ‘ρθε Τετάρτη να έχω αδειάσει το σπίτι μέχρι την Κυριακή με δυο παιδιά δύο και πέντε χρονών, για τις άδειες τσέπες επειδή έφαγα πρόλογο από το ίδιο μου το αίμα -για όλα. Ακόμα θα τις έτρωγε. Αν με διαβάζει -που θα με διαβάζει, επειδή κανένας πουτάνας γιος δεν έχει μπέσα ούτε στον εαυτό του- ας κάνει μια προσευχή στο Θεό που πιστεύει. Εκείνο το βράδυ έφτασα πιο κοντά από ποτέ να σταματήσω να γράφω, σε τι ωφελεί, άκου τι έγραψε ο πουτάνας γιος, «μακάρι να τα ‘παιρνα», σκέφτηκα κι αμέσως έριξα μια σφαλιάρα στον εαυτό μου.

Γίνεσαι ευάλωτος όταν αγγίζεις πάτο, γίνεσαι επικίνδυνος. Θυμήθηκα τα λόγια του Μιχάλη. Του δάσκαλου. Μόνο αυτός με καταλάβαινε εκείνες τις μέρες -οι υπόλοιποι απλώς βοηθούσαν. Όχι, ρε, δε θα με κερδίσει ένας πουτάνας γιος. Ή δέκα. Ή εκατό. Αλλά κι ο κόσμος δεν είναι συνηθισμένος στο απλό, πρέπει να το κάνει σύνθετο στο μυαλό του, να ψάξει τι κρύβεται από πίσω. Ή θα συνεχίσεις όπως άρχισες κι όπως το πήγες μέχρι τώρα ή θα το σταματήσεις -άλλο δρόμο δεν έχει. Καλύτερα να υπάρχουν πέντε-δέκα που σε έχουν για ψεύτικο, παρά να είσαι ψεύτικος και να μην το ξέρει κανείς. Συνεχίζεις. Παπάρια σου ‘δωσε ο Θεός, γράφε και προχώρα μπροστά. Στην τελική, άμα δεν παίρνεις από κανέναν, δε χρωστάς και σε κανέναν, τι κάθεσαι και μαυρίζεις τα μέσα σου πιο πολύ κι απ’ όσο ήταν για κάτι που έγραψε ένας πουτάνας γιος. Ένας το έγραψε, δέκα το σκέφτηκαν, από πουτάνας γιους έχει περίσσευμα η εποχή.

Η άκρη βρέθηκε. Όχι αυτή που ονειρευόμουν, αλλά βρέθηκε μια άκρη που μου επιτρέπει να συνεχίσω με το κεφάλι ψηλά. Πάντα βρίσκεις την άκρη όταν έχεις φίλους -κι εγώ έχω μπόλικους. Αδερφούς. Στη δύσκολη στιγμή που έπρεπε να κάνω το λογαριασμό, έχασα το λογαριασμό με το πόσους πραγματικούς φίλους έχω. Ακόμα ανατριχιάζω όταν σκέφτομαι εκείνες τις μέρες, το καλοκαίρι που χάσαμε από τη Λοκομοτίβα και ήμασταν στενοχωρημένοι κι εγώ με την Άννα κοιταζόμασταν χαμένοι, τι θα κάνουμε, πώς θα βγούμε απ’ αυτή την τρύπα που μας έσκαψαν, έχασε κι ο ΠΑΟΚ, τίποτα δε μας πάει, πλάκα κάναμε. Ένας, δύο, πέντε, δέκα, είκοσι και βάλε ήρθαν στο πλάι μας, το σώσαμε. Βρέθηκε ένας δρόμος. Ένας, μοναδικός, τον περπατήσαμε και μας έβγαλε σ’ ένα ξέφωτο. Μια χαρά. Δύσκολα μεν, αλλά ανασάναμε.

Μου άφησε πληγή αυτή η ιστορία. Δεν ήμουν μαθημένος σε τέτοια, σε απόλυτες ήττες και σε αδιέξοδα, ειδικά με δυο παιδιά στην πλάτη. Έριξα όσες κατάρες αρμόζανε στην περίσταση, έριξα τις χριστοπαναγίες μου με το κιλό, ζαλίστηκα, έπεσα, με σηκώσανε οι φίλοι, με ξανασηκώσανε, σχεδόν με το ζόρι, με φτάσανε αρχές του νέου έτους να τους σκέφτομαι και να υπόσχομαι στον εαυτό μου πως δε θα ξεχάσω ποτέ σε ποιους οφείλω το ότι είμαι σήμερα όρθιος. Καθένας τους που διαβάζει αυτό το κείμενο γνωρίζει πως ακόμα και το να έχω υπολογιστή και να το γράφω το οφείλω σ’ αυτούς. Αλλά, όπως είπε κι ένας σοφός όταν του τα εξομολογήθηκα πριν λίγο καιρό, «για να σε βοηθήσανε τόσοι άνθρωποι στη δύσκολη ώρα σου δεν μπορεί, κάτι καλό θα ‘χεις κάνει κι εσύ, κανείς δε βοηθάει στα κουτουρού». Δεν ξέρω, μπάρμπα. Οι άνθρωποι είναι περίεργα ζώα.

Ράλι

Ράλι

Μας κυνηγούσε, ο μπαγάσας, μέχρι το Λευκό Πύργο. Μπορεί και περισσότερο, αλλά κάπου εκεί τον χάσαμε. ...

Read more
Χάμω

Χάμω

Στην ιστορία του από ...

Read more
Αποτοξίνωση

Αποτοξίνωση

Έως τα τέλη του καλ&omi ...

Read more
Παναχαϊκή

Παναχαϊκή

Να βλέπεις αγώνα στην 4 το 1992, να εκδηλώνεσαι ανοιχτά υπέρ των φιλοξενούμενων, να χτυπιέσαι στις ε ...

Read more
Ερασιτεχνισμοί

Ερασιτεχνισμοί

Ήμουν πιτσιρικάς όταν ένα συμβάν με οδήγησε να απομυθοποιήσω τους επαγγελματίες ζητιάνους και τα προ ...

Read more
Αεροπορικά

Αεροπορικά

Δε μας έκατσε πάλι το Τζόκερ, συνεχίζουμε την προσπάθεια. Με την προπόνηση γίνεσαι καλύτερος, δε στα ...

Read more
Παρουσίαση

Παρουσίαση

Δεν έγινα ποδοσφα&iota ...

Read more
Ματσάρα

Ματσάρα

Στο δικό μου το μυαλό, το σενάριο ήταν κάπως διαφορετικό. Όχι, δε θα τις έχανε τις βολές ο Βασιλειάδ ...

Read more
Πτήση

Πτήση

Η κούπα σηκώνεται στ& ...

Read more
Αχρωματοψία

Αχρωματοψία

Από τότε που με θυμάμαι, ένιωθα ένα είδος οίκτου για τον φίλο μου με την πλήρη αχρωματοψία. Δεν έβλε ...

Read more
Καρκίνος

Καρκίνος

Κανένα ιδιαίτερο ζόρι δεν τραβάω. Ούτε κολλήματα έχω, ούτε κάποια συγκεκριμένη ομάδα ανθρώπων έχω στ ...

Read more
Πραγματικότητα

Πραγματικότητα

Ο φίλος μου ο Βαγγέλης με χαρακτήρισε χθες ως «τον τελευταίο φίλαθλο σ’ αυτή την πόλη που δεν ακούει ...

Read more

Μια Εποχή Στο Τσιμέντο

ISOVITIS COVER 400Η ενηλικίωση ενός εφήβου στις τσιμεντένιες κερκίδες της δεκαετίας του ’90, μιας συναρπαστικής οπαδικής περιόδου που άφησε σακατεμένους όσους επέζησαν από τις παγίδες της. Οι εκδρομές, τα συνθήματα, οι πέτρες, τα κλομπ, η πρέζα που μύρισε κάθε φλέβα δεμένη με δίχρωμο κασκόλ.

Ο παράλληλος κόσμος που οι περισσότεροι αγνοούν ή προσποιούνται πως αγνοούν – μια ωδή στην κοινή ουτοπία των «χούλιγκαν», στα παιδιά που δε μεγάλωσαν, στις ζωές που δε θα αφηγηθεί κανείς πέρα από όσους τις είδαν να σβήνουν, Κυριακή με Κυριακή, στις γαλαρίες των πούλμαν και στα κάγκελα των γηπέδων.

Συνάμα, μια νοσταλγική ματιά, σε πρώτο πρόσωπο, από ένα μέλος της κερκίδας του ΠΑΟΚ, που απλώνει στο χαρτί καθετί σοβαρό ή αστείο, σημαντικό ή ασήμαντο μπορεί να ανασύρει από τη μνήμη του, από την πρώτη του στιγμή στους καπνούς του πετάλου μέχρι την τραγωδία που έκλεισε και σημάδεψε ολόκληρη τη δεκαετία, ορίζοντας και το τέλος της «Old School» γενιάς που έθεσε τους κανόνες της οπαδικής ζωής ουρλιάζοντας, χοροπηδώντας κι αιμορραγώντας στα γήπεδα και στους δρόμους.