Ranking

Ranking

Από την έναρξη του...

Απόκρουση

Απόκρουση

Ο Αλέξανδρος...

Έδρα

Έδρα

Κι όμως, οι...

Pontus

Pontus

- Yes? Yes? You listen?- Oh, of course it would be you.- Yes! Mr. Agent, where are you, little...

Φίατ

Φίατ

Τα μέλη ενός...

Honeycutt

Honeycutt

O Tyler Honeycutt έφυγε προχθές...

Ξεκούραση

Ξεκούραση

Τέτοια μέρα, πέντε...

Είμουν

Είμουν

H Άννα είχε την πρόνοια...

Πληθυσμοί

Πληθυσμοί

Η μοναδική «μικρή»...

Δολοφόνος

Δολοφόνος

Μέσα, στην τηλεόραση,...

Μπαλάντα

Μπαλάντα

Στην πιο καμένη...

Οριεντάλες

Οριεντάλες

«Orientales, la Patria o la Tumba!»Όσες...

  • Ranking

    Ranking

    Wednesday, 15 August 2018 18:54
  • Απόκρουση

    Απόκρουση

    Thursday, 09 August 2018 03:30
  • Έδρα

    Έδρα

    Monday, 06 August 2018 12:45
  • Pontus

    Pontus

    Sunday, 05 August 2018 22:25
  • Φίατ

    Φίατ

    Thursday, 12 July 2018 23:44
  • Honeycutt

    Honeycutt

    Monday, 09 July 2018 12:56
  • Ξεκούραση

    Ξεκούραση

    Thursday, 05 July 2018 22:07
  • Είμουν

    Είμουν

    Wednesday, 04 July 2018 11:52
  • Πληθυσμοί

    Πληθυσμοί

    Wednesday, 04 July 2018 11:22
  • Δολοφόνος

    Δολοφόνος

    Tuesday, 03 July 2018 12:26
  • Μπαλάντα

    Μπαλάντα

    Monday, 02 July 2018 11:24
  • Οριεντάλες

    Οριεντάλες

    Saturday, 30 June 2018 21:01

jerseyΟ σώγαμπρος ολυμπιακάκιας τους τα είχε ζαλίσει τόσα χρόνια κι αυτοί κάθονταν κι άκουγαν την καζούρα του καθημερινά.

Το ίδιο σκηνικό κάθε απόγευμα, οι δύο έπαιζαν τάβλι, ο τρίτος έκανε τον ρεπόρτερ, με τη σειρά, σχολίαζαν τα πολιτικά, τα κουτσομπολιά της γειτονιάς, θυμούνταν τον μεγάλο ΠΑΟΚ του ’70, ώσπου έφτανε στα ρουθούνια τους ο ευωδιαστός βόθρος που έμπαινε στο καφενείο με το ύφος του αιώνιου πρωταθλητή. Οι πλαϊνές τρίχες κολλημένες με μπριγιαντίνη, το κομπολόι στο χέρι, αργό βήμα και βλέμμα αλαζονικό. Και, πάντα, με την ίδια ατάκα: «Τι έγινε, Παοκτσήδες, θα πάρετε κανένα Πρωτάθλημα πριν πεθάνετε ή τσάμπα καθυστερείτε τη σύνταξη απ’ τις χήρες σας»;

Τριάντα δύο χρόνια είναι πολλά. Από την ομάδα που το είχε σηκώσει το 1985 θυμούνται μόνο τον Κούδα κι αυτό άκυρο είναι, είχε σταματήσει ο αγαπημένος τους παίκτης, δεν έπαιξε μπάλα εκείνη τη χρονιά. Περνούσαν τις ώρες τους στο καφενείο ήρεμοι και χαλαροί μέχρι που έμπαινε ο εκνευριστικός Νότιος φαφλατάς και, ειδικά όταν έπαιζε ο Ολυμπιακός, τον είχαν θρονιασμένο πρώτο τραπέζι πίστα να κομπάζει για την «ομαδάρα του Πειραιώς», για τα «πενήντα χρόνια θα κάνετε να σηκώσετε κεφάλι, Παοκτσήδες του γλυκού νερού» και τα σχετικά. Έβαζε γκολ δυο μέτρα οφσάιντ, ούρλιαζε όλο το καφενείο κι αυτός ούτε που γύριζε το κεφάλι, συνέχιζε με το κομπολόι το τίκι-τάκα και σχολίαζε «πού να προλάβει να τον δει ο επόπτης, η φάσις γίνεται σε αστραπιαία ταχύτητα, ούτε οι κάμερες δε μας πιάνουν» και τέτοιες ανοησίες.

Για πρώτη φορά ένιωσαν πως είχε έρθει η ώρα να πάρουν εκδίκηση πρόπερσι, στο διπλό στο Καραϊσκάκη. Ο σώγαμπρος συνέχιζε να κάθεται μπροστά και να ειρωνεύεται, «κοιμήθηκε ο Θεός», «εκατό φορές να παίξουμε τις ενενήντα εννιά θα χάσετε», «ασχοληθείτε εσείς με το ελληνικό πρωτάθλημα, εμείς έχουμε Τσάμπιο Λιγκ, όταν ξεμπερδέψουμε με τις Ευρώπες θα πατήσουμε γκάζι, Παοκάκια». Είχαν στήσει χορό οι πονεμένοι Παοκτσήδες, το Πρωτάθλημα τους έγνεφε, από μακριά μεν, αλλά το ‘βλεπαν, ένιωθαν και οικεία με τον Αναστασιάδη στον πάγκο που κάποτε τον χειροκροτούσαν στην Τούμπα ως παίκτη. Γάβρε, φέτος είναι η χρονιά μας. Τέλος τα ψέματα, ετοιμάσου να χειροκροτήσεις τον νέο Πρωταθλητή.

Λίγες μέρες κράτησαν οι χαρές. Ο ΠΑΟΚ ξεκίνησε τη συνηθισμένη του κατηφόρα κι η παρέα περιορίστηκε εκ νέου στη γωνιά με το τάβλι, όσο ο σιχαμένος γείτονας χόρευε τσιφτετέλια στα ψεύτικα πέναλτι και τα γκολ-οφσάιντ που έδιναν στον Ολυμπιακό άλλο ένα Πρωτάθλημα. «Τι έγινε, Παοκτσήδες, είστε έτοιμοι να χειροκροτήσετε τον νέο Πρωταθλητή» και ξεσπούσε σ’ εκείνο το άγριο, βαρύ χάχανο που του έβγαζε τα φλέματα και πνιγόταν επί ώρα βήχοντας και γελώντας μαζί.

Η φετινή χρονιά έδειξε από νωρίς πως δε θα έχει χαΐρι. Αλλά και ο Ολυμπιακός το παράκανε πια, μία ακούγανε για στημένα ματς, μία μαθαίνανε για καράβια με ναρκωτικά, μία διαβάζανε για στησίματα και καμένους φούρνους και δολοπλοκίες, άρχισαν να τη λένε στον Νότιο κοντοπίθαρο, σε μια προσπάθεια να του περιορίσουν, κάπως, τη διαρκή πάρλα για τον «Άγιο Μαρινάκη» και την «ομάδα που συντόμως θα κατακτήσει και την Ευρώπη, όπως κάνει στην Ελλάδα τα τελευταία είκοσι χρόνια αδιαλείπτως». Και, κουβέντα στην κουβέντα, άρχισαν και οι καυγάδες να γίνονται εντονότεροι. «Αυτά που λένε στο κανάλι του Αλαφούζου είναι προβοκάτσιες κι εσείς είστε μπούφοι και τους πιστεύετε! Ποτέ δε θα τολμούσε η περήφανη ομάς του Πειραιώς να κερδίσει κάτι παρανόμως! Παλιόγυφτοι, σας κάνω τη χάρη και ασχολούμαι μαζί σας».

Μάθανε πως είχε πάει να φτιάξει μασέλα στη Βουλγαρία. Για πιο φτηνά. Τον χάνανε κάποιες μέρες, χτυπούσε απουσία ο ολυμπιακάκιας και τους είχε κάνει εντύπωση -φοβήθηκαν μην είχε κανένα πρόβλημα σοβαρό με την υγεία του, ρώτησαν τον κουνιάδο του και τους ενημέρωσε. «Βρήκε ένα φτηνό γιατρό στο Μπάνσκο και πάει μέχρι εκεί για να γλιτώσει λεφτά, τον ξέρετε πόσο σπάγκος είναι». Ένας από τους τρεις της παρέας ρώτησε περισσότερα. «Μάθε, ρε Κώτσο, ποιος ακριβώς είναι ο γιατρός, διεύθυνση, περιοχή, λεπτομέρειες, τα πάντα». Ο Κώτσος, ο κουνιάδος του ολυμπιακάκια, ζήτησε να μάθει για ποιο λόγο τόσο ενδιαφέρον και έλαβε την απάντηση «μάθε όσα μπορείς και μην του πεις τίποτα, θα τον κανονίσω εγώ». Συμφώνησε ο Κώτσος, που ποτέ του δεν τον είχε χωνέψει το γαμπρό από την Πελοπόννησο.

Πέρασε μια μέρα από το καφενείο ο Κώτσος και τους ενημέρωσε. «Έφτιαξε μασέλα σε κάποιον Δρ. Ζλάτκοφ, οδός Τάδε, αριθμός 14, στο κέντρο του Μπάνσκο. Γκρίνιαξε γιατί έδωσε πιο πολλά απ’ όσα του είχε πει αρχικά, αλλά καμαρώνει, θα τον έχετε δει». Ναι, τον είχανε δει, από τη μέρα που είχε βάλει την καινούργια μασέλα, μαζί με το τίκι-τάκα του κομπολογιού άκουγαν και τα σαρπ-σλουρπ της μασέλας. «Μα τι σίχαμα, αυτός ο άνθρωπος, και να με συμπαθάς, ρε Κώτσο, που είναι και συγγενής σου». Έκανε ο Κώτσος μια γκριμάτσα αηδίας κι έριξε μια μούντζα προς την καρέκλα που καθόταν συνήθως αυτός.

Ο Ολυμπιακός ήδη είχε ανοίξει το σκορ και ο κυρ-Σταύρος, ο καφετζής, είχε χαμηλώσει την ένταση της τηλεόρασης για το ημίχρονο. Στον μοναδικό ολυμπιακό που υπήρχε στο καφενείο και καμάρωνε για το γκολ της ομάδας του, ας ήταν και επιθετικό φάουλ, σιγά τώρα, αντρικό άθλημα είναι, έκαναν εντύπωση τα ασυνήθιστα χάχανα από το βάθος, στη γωνία με το τάβλι. Όταν κέρδιζε ο Ολυμπιακός και ειδικά όταν κέρδιζε με γκολ που τα αμφισβητούσαν οι κομπλεξικοί Σαλονικιοί θαμώνες του καφενείου κανείς δε μιλούσε παρά κάθονταν να τον ακούν που εξυμνούσε το μεγαλείο του Πειραιώς. Αλλά αυτήν τη φορά το κλίμα ήταν ιδιαιτέρως εύθυμο και απρόσμενα θορυβώδες.

«Τι λέτε εδώ, Παοκάκια; Ρε μήπως αλλάξατε ομάδα και χαίρεστε που κερδίζει ο Θρύλος»; Δεν απάντησε κανείς απ’ τους τρεις, αλλά πετάχτηκε ο κυρ-Σταύρος, «για τον Χαραλάμπη λέμε, το νεκροθάφτη, δεν τα ‘μαθες» και έσκασε στα γέλια ο καφετζής, χτυπώντας την παλάμη στον πάγκο του. «Τι έκανε πάλι αυτός ο παλαβιάρης», ρώτησε ο ολυμπιακάκιας. «Α, δε φαντάζεσαι τι πήγε και σκαρφίστηκε ο απατεώνας», φώναξε ο καταστηματάρχης, αλλά τον διέκοψαν με νόημα να σωπάσει οι τρεις Παοκτσήδες γύρω από το τάβλι. «Έλα, ρε Σταύρο, τώρα, δεν είναι για να τα λέμε δημοσίως αυτά, κόφ’ το». Αλλά ο ολυμπιακός είχε περιέργεια, ρωτούσε να μάθει τι είχε συμβεί με τον Χαραλάμπη, που ήταν ωραίος τύπος, αν και ηρακλάκιας. Ένας από τους τρεις της παρέας τον παρακάλεσε να το κλείσουν το θέμα, «δεν είναι σωστό να κακολογούμε τώρα τον άνθρωπο πίσω από την πλάτη του, ας έρθει από ‘δώ καμιά μέρα και το συζητάμε, άντε, πήγαινε να κάτσεις μπροστά να δεις κανένα ψεύτικο πέναλτι κι άσε μας εμάς να τα λέμε».

Ο σώγαμπρος δεν έβρισκε ησυχία. Βρε πείτε μου τι συνέβη, θα σκάσω. «Έλα κοντά», έγνεψε η παρέα. «Θα σε πω απ’ όξω απ’ όξω, αλλά πρόσεχε μη βγάλεις καμιά βρώμα, θα μας σκοτώσει και θα μας θάψει ο ίδιος». Κούνησε το κεφάλι ο χαμουτζής και η παρέα τον ενημέρωσε, μέσες-άκρες, για τα κατορθώματα του Χαραλάμπη, του υπαλλήλου στο Δήμο που φρόντιζε για τους λάκκους, τις ετοιμασίες, τα φέρετρα και, γενικώς, ήταν ο υπεύθυνος του δημοτικού γραφείου κηδειών, εξ ου και το «νεκροθάφτης» που τον αποκαλούσαν όλοι από χρόνια. «Παίρνει τις μασέλες από τους πεθαμένους και τις πουλάει στη Βουλγαρία, ο μπαγάσας, βγάζει πολύ χρήμα μ’ αυτή την ιστορία τόσο καιρό».

Ο ολυμπιακάκιας πάγωσε. Γύρισε προς την τηλεόραση, όπου το κανάλι είχε επιστρέψει για το δεύτερο ημίχρονο, αλλά δεν πήγε στη θέση του χοροπηδώντας και κοροϊδεύοντας, ως συνήθως. «Στη Βουλγαρία»; «Ναι, στη Βουλγαρία. Έχει ένα δικό του γιατρό εκεί πέρα, του πηγαίνει τις μασέλες των πεθαμένων, αυτός τις τροχίζει λίγο και τις πουλάει στους πελάτες του, μεγάλη κονόμα, σε μιλάω». «Και πάει μέχρι τη Σόφια για να πουλήσει μασέλες; Όσο κέρδος και να ‘χει, το τρώει στις βενζίνες, ρε παιδιά». «Μπα, τι βενζίνες, εδώ στο Μπάνσκο είναι ο γιατρός, μια φορά με πήρε για παρέα μαζί του, δέκα μασέλες του πήγε, με κερνούσε σε όλη τη διαδρομή πάνε-έλα, μια χαρά λεφτά βγάζει».

Ο κυρ-Σταύρος δυνάμωσε την ένταση για το ματς που ξανάρχιζε στην οθόνη. Κανείς από τους θαμώνες δεν έβλεπε στην τηλεόραση παρά μόνο στη συνομιλία των τεσσάρων ανδρών. «Πήγες μαζί του»; «Ναι, πριν κάνα μήνα, δε σου τα είπα»; «Όχι, δεν έτυχε», «ε, που να τύχει, αφού όλη μέρα μιλάς για τον χοντρό τον πρόεδρό σου και τα ναρκωτικά που έγινε η δίκη»... Τον διέκοψε ο σώγαμπρος απότομα. «Θυμάσαι πώς τον έλεγαν τον γιατρό»; «Σιγά μη θυμάμαι. Εκεί κάπου στην πλατεία ήταν, σ’ ένα στενό. Α, κάτσε, το θυμήθηκα, Ζλάτκοφ τον έλεγαν, το θυμάμαι επειδή έχω έναν ξάδερφο στο Κιλκίς, τον Επαμεινώνδα τον Ζλάτκο και μου ‘μεινε. Στη οδό Τάδε αριθμός 14, αυτό το θυμάμαι που το έβαλε στο μηχάνημα για να μας πάει κατευθείαν, πώς το λένε, στο Ντζιπιές.

Σωριάστηκε στην καρέκλα δίπλα τους. Κοιτούσε στο κενό, δε μιλούσε, έδειχνε να σκέφτεται κάτι. Εκείνη τη στιγμή, μπαίνει ο Χαραλάμπης στο μαγαζί, που του είχανε κάνει νόημα από το διπλανό τραπέζι, «βρε πάρτε το χαμπάρι, εγώ θα σας θάψω όλους», ο κλασικός του χαιρετισμός, προσπέρασε τη γωνία με το τάβλι και πήγε ως τον πάγκο του καφετζή. Οι τρεις Παοκτσήδες έγνεψαν στον ολυμπιακάκια να σωπάσει, να κοπεί η κουβέντα, αλλά αυτός σηκώθηκε και πλησίασε τον Χαραλάμπη που ήδη κατέβαζε το πρώτο τσίπουρο της βραδιάς στα όρθια και τα έλεγε με τον Σταύρο. «Χαραλάμπη, πρόσεξε τι θα απαντήσεις». «Ω, τον αγαπητό πρωταθλητή του κώλου, πάλι ρε με πέτσινο προηγείστε, τα είδα στο σπίτι αλλά είπα να έρθω ως εδώ να σε βρίσω λίγο, να μου περάσει η σκασίλα». «Χαραλάμπη, άσε τώρα τον Ολυμπιακό και πες μου κάτι στα ίσα». Σφίγγει τα μάτια ο Χαραλάμπης, κοιτάζει προσεκτικά και του λέει «κάνε λίγο ααα να δω κάτι». «Τι να δεις»; «Βρε κάνε λίγο ααα που σε λέω, μη με φέρνεις αντίρρηση, να δω κάτι».

Ανοίγει το στόμα ο σώγαμπρος, ο Χαραλάμπης κουνάει το κεφάλι και τον ευχαριστεί. «Τι»; «Τι τι»; «Τι είδες»; «Α, τίποτα, τίποτα, είχες ένα μαρούλι στο στόμα, αυτό». Και γυρίζει στον κυρ-Σταύρο, «Σταύρο, τη θυμάσαι εκείνη την κακομοίρα τη χοντρή, την κόρη του Αχιλλέα, ντε, που μας τον ρουφούσε όλη την παρέα μια γύρα κάτω από το τραπέζι»; Και απαντάει ο Σταύρος «ρε πώς να μην τη θυμάμαι, τέτοιο τσιμπούκι δε θα ξαναπεράσει από την πόλη, μέχρι που γέρασε η κακομοίρα ακόμα πεζοδρόμιο έκανε, την είδα και το καλοκαίρι κάτω, άσχημο θέαμα, με τη μασέλα και τα κρέατα να κρέμονται στα μπούτια, τι να σε πω». «Ναι, Σταύρο, άσχημο θέαμα, αλλά να μη την κακολογούμε τώρα, Θεός σχωρέσ’ την που τη θάψαμε πριν δυο μήνες, αχ, άμα μπορούσα να σε πω και από πού τη θυμήθηκα τώρα, αλλά δεν μπορώ να σε πω, τέλος πάντων». Κι ο σώγαμπρος ολυμπιακάκιας έβγαλε τη μασέλα με αηδία, την πέταξε κάτω κι άρχισε να ξερνάει ώσπου λίγο μετά λιποθύμησε. Και μέχρι σήμερα, δεν έχει ξαναπεράσει τόσο καιρό από το καφενείο.

Μια Εποχή Στο Τσιμέντο

ISOVITIS COVER 400Η ενηλικίωση ενός εφήβου στις τσιμεντένιες κερκίδες της δεκαετίας του ’90, μιας συναρπαστικής οπαδικής περιόδου που άφησε σακατεμένους όσους επέζησαν από τις παγίδες της. Οι εκδρομές, τα συνθήματα, οι πέτρες, τα κλομπ, η πρέζα που μύρισε κάθε φλέβα δεμένη με δίχρωμο κασκόλ.

Ο παράλληλος κόσμος που οι περισσότεροι αγνοούν ή προσποιούνται πως αγνοούν – μια ωδή στην κοινή ουτοπία των «χούλιγκαν», στα παιδιά που δε μεγάλωσαν, στις ζωές που δε θα αφηγηθεί κανείς πέρα από όσους τις είδαν να σβήνουν, Κυριακή με Κυριακή, στις γαλαρίες των πούλμαν και στα κάγκελα των γηπέδων.

Συνάμα, μια νοσταλγική ματιά, σε πρώτο πρόσωπο, από ένα μέλος της κερκίδας του ΠΑΟΚ, που απλώνει στο χαρτί καθετί σοβαρό ή αστείο, σημαντικό ή ασήμαντο μπορεί να ανασύρει από τη μνήμη του, από την πρώτη του στιγμή στους καπνούς του πετάλου μέχρι την τραγωδία που έκλεισε και σημάδεψε ολόκληρη τη δεκαετία, ορίζοντας και το τέλος της «Old School» γενιάς που έθεσε τους κανόνες της οπαδικής ζωής ουρλιάζοντας, χοροπηδώντας κι αιμορραγώντας στα γήπεδα και στους δρόμους.

FB

 
 
 
 

365 Albums

Κατόπιν πρόκλησης, οι 365 δίσκοι που με διαμόρφωσαν, με επηρέασαν, με ρήμαξαν.

48 The Wall

365048

47 Appetite For Destruction

365047

46 Speak English Or Die

365046

45 Μέσα Στη Νύχτα Των Άλλων

365045

44 Hell Awaits

365044

43 Ζωή

365043

42 L’Enfant Sauvage

365042

41 Leprosy

365041

40 Piel y Hueso

365040

39 Back Τo Black

365039

38 System Of A Down

365038