Ψυχές

Ψυχές

Στις 8...

Νύχτα

Νύχτα

Οι ανακοινώσεις...

Μαχαίρι

Μαχαίρι

Βγήκα με το...

Ροναλντίνιο

Ροναλντίνιο

Ο όρος...

Ντουκαντάμ

Ντουκαντάμ

Η δεύτερη...

Τζιμάκος

Τζιμάκος

Η πρώτη φορά ήταν με τον...

Σχολή

Σχολή

Η ομιλία του...

Αντικειμενικός

Αντικειμενικός

«Ναι, αλλά για το...

Κυρπαντελής

Κυρπαντελής

Στις 20 Αυγούστου 2015...

Τέλειο

Τέλειο

Τη μέρα που αγόρασα...

2017

2017

3 Ιανουαρίου,...

Κάλαντα

Κάλαντα

Ο στενός κύκλος,...

  • Ψυχές

    Ψυχές

    Thursday, 08 February 2018 10:29
  • Νύχτα

    Νύχτα

    Wednesday, 24 January 2018 22:16
  • Μαχαίρι

    Μαχαίρι

    Friday, 19 January 2018 12:02
  • Ροναλντίνιο

    Ροναλντίνιο

    Thursday, 18 January 2018 17:06
  • Ντουκαντάμ

    Ντουκαντάμ

    Wednesday, 17 January 2018 13:59
  • Τζιμάκος

    Τζιμάκος

    Saturday, 13 January 2018 23:55
  • Σχολή

    Σχολή

    Saturday, 13 January 2018 22:15
  • Αντικειμενικός

    Αντικειμενικός

    Sunday, 07 January 2018 15:23
  • Κυρπαντελής

    Κυρπαντελής

    Thursday, 04 January 2018 16:57
  • Τέλειο

    Τέλειο

    Sunday, 31 December 2017 23:26
  • 2017

    2017

    Sunday, 31 December 2017 10:52
  • Κάλαντα

    Κάλαντα

    Sunday, 31 December 2017 10:30

sakoula1Μια σακούλα σούπερ-μάρκετ με ένα διαρκείας χάντμπολ του ΠΑΟΚ ταλαντευόταν επί τέσσερις ώρες στην κορυφή ενός κυπαρισσιού, κάτω από τη βροχή και τον αέρα, ενώ καπάκια από παιδικά γάλατα και μουχλιασμένα πορτοκάλια έπεφταν γύρω της και έσκαγαν στα πλακάκια με θόρυβο, ξημερώματα Παρασκευής.

Κι όμως, η απολύτως συνηθισμένη μέρα που είχε προηγηθεί δε μας είχε προετοιμάσει για τέτοιο σουρεαλιστικό τέλος.

Όπως κάθε πρωί, είχαμε ξυπνήσει με την Άννα από τις έξι και είκοσι ξυπνητήρια, πλυθήκαμε, ντυθήκαμε, δώσαμε γάλα στα παιδιά, τα ετοιμάσαμε, τσάντες, φαγητά, μπουφάν, παπούτσια, κλάματα, γκρίνιες και όλο το πακέτο του τέλειου οικογενειακού πρωινού. Τις πήγαμε στα σχολεία τους, πήραμε τα λεωφορεία μας, φτάσαμε στις δουλειές μας, γυρίσαμε το απόγευμα, τις πήραμε από τα σχολεία, ήρθαμε σπίτι, φαγητό, μαθήματα, παιχνίδια, εγώ ξανάφυγα στη δουλειά, η Άννα τις πήγε στο μπαλέτο, τις έφερε πάλι σπίτι, οκτώ και κάτι άρχισαν τα αγχωμένα μηνύματα. Τι ώρα θα είσαι εδώ.

Δηλαδή τι ώρα θα είμαι σπίτι για να φύγει προς Τούμπα. Δεν έλεγε να τελειώσει η δουλειά, αγχώθηκα κι εγώ επειδή ο δρόμος για το σπίτι είναι καμιά ώρα με δυο αστικά, αφεντικό, πρέπει να φύγω. Θα πας γήπεδο; Όχι εγώ, η γυναίκα. Η ποια; Η γυναίκα. Μαλάκα, φύγε, μη μου λες τίποτα, το τερμάτισες. Αλήθεια λέω. Εντάξει, σε πίστεψα, φύγε. Έφυγα. Τρέχοντας, μέσα στο ψιλόβροχο. Από ένα ανοιχτό παράθυρο άκουσα τη συζήτηση πατέρα και γιου, «να πάρουμε ομπρέλες», ρε μπαμπά, ένα ψιλόβροχο είναι, τι να τις κάνουμε τις ομπρέλες, «βρε θα πουντιάσουμε, θα αρρωστήσεις, έχεις και παρέλαση μεθαύριο», όχι, ρε μπαμπά, τι ομπρέλες μου λες, θα μας κοροϊδεύουν στο γήπεδο. Βαριά, βαριά, του ΠΑΟΚ η ομπρέλα, αυτό σκέφτηκα.

Θα είμαι σπίτι εννιά ακριβώς, έστειλα μήνυμα. Να είσαι έτοιμη για την αλλαγή. Και, όντως, έφτασα στην ώρα μου, έτρεξα σούπερ-μάρκετ, πήρα γάλα, καφέ, μερέντα αλλά όχι κωλόχαρτο και σκουπιζόμαστε από χθες με χαρτομάντηλα Φρόζεν, εννιά παρά πέντε μπήκα από την πόρτα, μπαμπά, μπαμπάκα, κορίτσια μου, πάμε να παίξουμε μέσα. Η μαμά έκανε έτσι μια κίνηση μαγική και μάγκικη -εξαφανίστηκε. «Πού πήγε η μαμάκα»; Πήγε στον ΠΑΟΚ. «Παοκολέ, Παοκολέ» η μία, «ωωω, Παοκάρα» η άλλη, ξεχάστηκαν. Βάλε να δούμε Γουίνξ. Έβαλα. Όχι αυτή την ταινία, την άλλη, με την πριγκίπισσα της Σολάρια. Η γυναίκα του Σολάρι, σκέφτηκα, αλλά δεν το είπα. Τη βάλαμε την πριγκίπισσα. Θέλουμε γάλα. Έφτιαξα. Εγώ θέλω και λίγη μερέντα. Εντάξει. Λίγη όμως. Καλά. Εγώ σέλω γιουβαλάκια. Τι γιουβαρλάκια, παιδί μου, βραδιάτικα, άντε για ύπνο κι οι δυο, μπας και προλάβουμε να δούμε το ματς.

Κλήση. Έλα, ξέχασα το διαρκείας στο σπίτι, έρχομαι πίσω. Εννιά και τέταρτο. Μην ανεβαίνεις και χάνεις χρόνο, θα σου το πετάξω απ’ το μπαλκόνι. «Πού πας, μπαμπάκα»; Στο μπαλκόνι. «Θα έρθω κι εγώ». «Θα έρθω κι εμένα». Καθίστε μέσα, επιστρέφω σε ένα λεπτό. Αααα! Ουυυυυ! Γκρρρρ! Κλάμα, γκρίνια, δάκρυα. Καλά. Βάλτε ζακέτες, θα έρθει η μαμά να της πετάξουμε το εισιτήριο που το ξέχασε. «Θα το πετάξω εγώ»! «Θα το πετάξω εμένα»! Θα το πετάξετε και οι δύο. Βάζω το διαρκείας της μπάλας σε μια σακούλα σούπερ-μάρκετ, βάζω σε μια άλλη το διαρκείας του χάντμπολ. Ορίστε, θα πετάξετε από ένα, καλά; «Πρώτη εγώ»! «Πρώτη εμένα»! Θα τα πετάξετε μαζί.

Η μία το πετάει σωστά, η άλλη το πετάει πάνω στο κυπαρίσσι. Παγώνει η Άννα από κάτω. «Το σωστό πήρες», της κάνω νόημα, τρέξε. Αν προλάβαινε το πρώτο αστικό, θα προλάβαινε οριακά το επόμενο για να μπει κατά τις δέκα στο γήπεδο. «Το άλλο»; Φύγε εσύ, θα το κανονίσω εγώ. Έφυγε. Πάμε μέσα. «Γεια σου, μαμά»! «Παοκολέ, μαμά»! Μέσα, είπα, θα παγώσετε. «Και η άλλη σακούλα στο δέντρο»; Μη σας ανησυχεί, θα το κανονίσει ο μπαμπάς. Μέσα!

«Εγώ θέλω Ντόρα». «Κι εμένα θέλω Ντόρα». Εντάξει. Ορίστε η Ντόρα, ένα επεισόδιο και πάμε για ύπνο. «Εμένα θέλω να κοιμηθώ τώρα». Ωραία, πάμε στο κρεβάτι. «Γάλα». Κι άλλο; «Γάλα, είπα». Καλά. Πριν τελειώσει η Ντόρα κοιμόταν η μικρή, η μεγάλη το πάλευε. Πάμε στο κρεβάτι, βλέπεις το υπόλοιπο αύριο. «Όχι, δε θα κοιμηθώ μέχρι να γυρίσει η μαμά». Σε ένα λεπτό κοιμόταν. Δέκα ακριβώς. Μήνυμα στο κινητό, «μπήκα». Όλα καλά.

Στο ημίχρονο πάλεψα με το ματσούκι της τέντας, δεν έφτανε ως τη σακούλα στο κυπαρίσσι. Δοκίμασα με τη σκούπα, είχε και αναμμένα φώτα απέναντι η γειτονιά, μαζεύτηκα, δεν το συνέχισα. Δε ρίσκαρα και να κατεβώ με τα κορίτσια να κοιμούνται, να το κουνήσω το γαμημένο, να πέσει η σακούλα με το διαρκείας, που μας το δώσανε κι ακόμα τιμωρημένοι είμαστε στο χάντμπολ και αγώνα δεν έχουμε δει φέτος. Να φυσήξει μια απότομη και να πέσει και να μας το φάνε τα λιγούρια οι γείτονες. Στο μυαλό μου, όλη η γειτονιά παραμόνευε πότε θα πέσει η σακούλα και δε θα βλέπω, να τρέξει να μου το ψειρίσει.

Μία και κάτι γύρισε η Άννα, εγώ στο μπαλκόνι προσπαθούσα να σκουπίσω τα αίματα απ’ τα μάτια μου με όσα είχα δει χάι ντεφινίσιον από το ματς. «Ψιτ, έι, τι θα κάνουμε με τη σακούλα»; Έψαξα στο μπαλκόνι, είχε μια τσάντα με την ανακύκλωση. Κάτι που δε θα κάνει πολύ θόρυβο, αλλά θα ρίξει το διαρκείας -πήρα καπάκια από μπουκάλια με παιδικά γάλατα, μια χαρά, ούτε ντάμπα ντούμπα, αλλά με αρκετό βάρος για να τη ρίξουν. Μία, δύο, τζίφος. Τσόχλας σε σουτ είκοσι τριών δευτερολέπτων, ούτε μπασκέτα δε βρήκα. Τα πορτοκάλια. Είκοσι πορτοκάλια, ένα σάπιο θα έχει, δεν μπορεί. Είχε. Δύο. Σηκώνομαι για το τρίποντο, σκάει στα πλακάκια δυο ορόφους πιο κάτω. Η Άννα με το βλέμμα της κούρασης και της αηδίας, με κοιτάει και δε μου λέει «ρε μαλάκα, φάγαμε τόσο κρύο, τόσο πήγαινε-έλα, τέτοια σούπα ματς που πρήστηκαν τα ματάκια μας, θα έχουμε κι εσένα μέσα στη νύχτα με τα καπάκια και τα πορτοκάλια που ντεμέκ δεν έχεις μυωπία και θα σπείρεις πορτοκαλιές πάνω στο τσιμέντο της αυλής». Πήρε ένα πορτοκάλι από κάτω, σηκώθηκε έτσι απλά και την έριξε. Χόρεψε λιγάκι μέσα στη νύχτα η σακούλα κι έπεσε δίπλα της. «Άνοιξέ μου τώρα».

Γιορτούλα

Γιορτούλα

Τι είναι η καλοκαι&rh ...

Read more
Πληγές

Πληγές

Κρύφτηκαν όλα κάτω από τα μπουκάλια, τις πέτρες και τα ξηλωμένα καρεκλάκια. Ανακατεύτηκε η μπόχα τεσ ...

Read more
Πίκρα

Πίκρα

Η πίκρα ενός φίλου εί&nu ...

Read more
Ντροπή

Ντροπή

«Ο Σαββίδης δε νιώθ ...

Read more
Νάσος

Νάσος

Η περίπτωση του ασύ&lambda ...

Read more
Ψυχοπαθής

Ψυχοπαθής

Από το πρώτο βράδυ πο&upsi ...

Read more
Ομορφιά

Ομορφιά

Σαν σήμερα, στις 15 Μαΐ&omi ...

Read more
Φανέλα

Φανέλα

Φανέλα έχω πάρει δύο φορές στη ζωή μου. Η πρώτη ήταν ιστορική, καθώς επρόκειτο για τη φανέλα με τον ...

Read more
0050

0050

Παραμονή της Λιβαδ&epsi ...

Read more
Ασπίδα

Ασπίδα

Αστυνομική ασπίδα είχα πιάσει στα χέρια μου μια φορά, στην επιστροφή από τον τελικό του 1992. ...

Read more
Πρόβλημα

Πρόβλημα

Ο Λαός του ΠΑΟΚ δεν είναι μόνο οι Παοκτσήδες του «ΠΑΟΚ πάνω απ’ όλα». Στην κερκίδα υπάρχει μεγάλη δι ...

Read more
Επανάστασις

Επανάστασις

Συγκεντρωμένο το &alpha ...

Read more

Μια Εποχή Στο Τσιμέντο

ISOVITIS COVER 400Η ενηλικίωση ενός εφήβου στις τσιμεντένιες κερκίδες της δεκαετίας του ’90, μιας συναρπαστικής οπαδικής περιόδου που άφησε σακατεμένους όσους επέζησαν από τις παγίδες της. Οι εκδρομές, τα συνθήματα, οι πέτρες, τα κλομπ, η πρέζα που μύρισε κάθε φλέβα δεμένη με δίχρωμο κασκόλ.

Ο παράλληλος κόσμος που οι περισσότεροι αγνοούν ή προσποιούνται πως αγνοούν – μια ωδή στην κοινή ουτοπία των «χούλιγκαν», στα παιδιά που δε μεγάλωσαν, στις ζωές που δε θα αφηγηθεί κανείς πέρα από όσους τις είδαν να σβήνουν, Κυριακή με Κυριακή, στις γαλαρίες των πούλμαν και στα κάγκελα των γηπέδων.

Συνάμα, μια νοσταλγική ματιά, σε πρώτο πρόσωπο, από ένα μέλος της κερκίδας του ΠΑΟΚ, που απλώνει στο χαρτί καθετί σοβαρό ή αστείο, σημαντικό ή ασήμαντο μπορεί να ανασύρει από τη μνήμη του, από την πρώτη του στιγμή στους καπνούς του πετάλου μέχρι την τραγωδία που έκλεισε και σημάδεψε ολόκληρη τη δεκαετία, ορίζοντας και το τέλος της «Old School» γενιάς που έθεσε τους κανόνες της οπαδικής ζωής ουρλιάζοντας, χοροπηδώντας κι αιμορραγώντας στα γήπεδα και στους δρόμους.