Πιάτσα

Πιάτσα

Τα τελευταία...

Καζούρα

Καζούρα

Δεν πρόκειται ποτέ...

Ξυστό

Ξυστό

Η εκδρομή είχε...

30

30

Εκείνη η στιγμή, πέντε...

Κεφτέδες

Κεφτέδες

Θυμάμαι που ξάπλωνα...

Τίτλος

Τίτλος

Το αρχείο που...

Τόλιος

Τόλιος

Δεν μπορούσαμε να...

Μηδέν

Μηδέν

Πόσο έτοιμοι...

Τέρατα

Τέρατα

Τα τέρατα μας...

Ωράρια

Ωράρια

Πέρσι είχα κάνει...

Γιαμάχα

Γιαμάχα

Η τριμελής επιτροπή...

Συνταγή

Συνταγή

Δεν είναι εύκολο...

  • Πιάτσα

    Πιάτσα

    Wednesday, 13 December 2017 12:20
  • Καζούρα

    Καζούρα

    Tuesday, 12 December 2017 14:12
  • Ξυστό

    Ξυστό

    Friday, 08 December 2017 15:10
  • 30

    30

    Wednesday, 06 December 2017 20:22
  • Κεφτέδες

    Κεφτέδες

    Saturday, 02 December 2017 13:48
  • Τίτλος

    Τίτλος

    Friday, 01 December 2017 10:03
  • Τόλιος

    Τόλιος

    Wednesday, 29 November 2017 21:08
  • Μηδέν

    Μηδέν

    Wednesday, 29 November 2017 12:12
  • Τέρατα

    Τέρατα

    Monday, 27 November 2017 19:41
  • Ωράρια

    Ωράρια

    Monday, 20 November 2017 15:26
  • Γιαμάχα

    Γιαμάχα

    Thursday, 16 November 2017 20:25
  • Συνταγή

    Συνταγή

    Thursday, 16 November 2017 00:23

t61Ο Καλλικάγκουρας είναι ένα φαινόμενο που εμφανίστηκε στις αρχές της δεκαετίας του ’90 στη Θεσσαλονίκη.

Ξεκίνησε και διαδόθηκε ευρέως (γαλλιστί «αρτ-καγκούρ») από μια ανήσυχη, τριμελή ομάδα και ως βασικές αρχές του είχε την πλήρη προσήλωση στα ιδανικά και την εμφάνιση του -τότε- σύγχρονου κάγκουρα αλλά και τη διαρκή παρουσία του στις καλλιτεχνικές εκδηλώσεις της πόλης. Να το θέσουμε πιο απλά, σκάγαμε σε ό,τι έκθεση και συναυλία υπήρχε με τα τσουλούφια και τους σωλήνες και πουλούσαμε τρέλα, αρκεί α) να ήταν τσάμπα και β) να είχε φαΐ ή/και ποτό.

Η πιο χαρακτηριστική περίπτωση που θυμάμαι ήταν μια καψερή ζωγράφος, κάπου στο Μύλο, που ανέλυε με τις ώρες τους πίνακες και τις τεχνοτροπίες και τις αποχρώσεις στο φίλο μου τον Υ κι εμείς από δίπλα άιντε στην υγειά μας με τα κρασιά που πρόσφερε στους επισκέπτες της έκθεσης. Ρώτα κι άλλα, ρε Υ, το κρασί λέει. Ρωτούσε κι αυτός, τα μοντέλα είναι πραγματικοί άνθρωποι ή οράματα και τέτοια καλλιτεχνικά, εμείς δώσ’ του τα κρασιά και τα τυράκια στο βάθος, ωραία κατάσταση. Φοιτητικές εστίες, κάτι αίθουσες σε περίεργα διαμερίσματα στο κέντρο, γκαλερί, όπου τσάμπα και όπου φαΐ, εμείς εκεί.

Με τον καιρό, άρχισε να με τραβάει αληθινά αυτό το πράμα, η κάψα του καλλιτέχνη να αποτυπώσει την ψυχή του στον πραγματικό κόσμο, να συμβολίσει τις ανησυχίες και τα εσωτερικά δράματά του μέσω της Τέχνης και να προσπαθήσει να φτάσει σε μια απάντηση για το μυστήριο της Ύπαρξης. Ένας πίνακας του Μουνκ ή του Μπος, ένα ριφ του Χάνεμαν ή του Σκάλντινερ, μια κάθετη του Μαγκντί ή ένα πλασέ του Μπορμπόκη, ένα κάρφωμα του Λέβινγκστον ή ένα στραβό τρίποντο του Μπάνε, ο Μάρκες, ο Κούντερα, ο Κάφκα, ο Καλιότσος, ο Σκαρτάδος, ο Ζενέ. Η Τέχνη με βοήθησε να γίνω αυτό που είμαι σήμερα, να ανοίξω το μυαλό μου και να βλέπω τον κόσμο πιο ολοκληρωμένα και από όλα τα διαθέσιμα πρίσματα. Να μην είμαι κολλημένος. Αλλά κάγκουρας παρέμεινα και παραμένω και θα πεθάνω ως κάγκουρας, αυτό δεν αλλάζει ποτέ. Μεγάλος ο πρόλογος, αλλά πείτε μου εσείς με τέτοια ομάδα φέτος και με τέτοια κατάσταση στη χώρα τι άλλο να γράψεις, μόνο για πρόλογο είμαστε.

Μια φορά ήμασταν με την Άννα στο Γκάζι, σε μια έκθεση σύγχρονης τέχνης -θα σας γελάσω πότε ήταν και τι ακριβώς είχαμε πάει να δούμε. Όπως βλέπαμε τα εκθέματα, παθαίνουμε πλάκα με ένα έργο, πωωω, πολύ νόημα, ρε παιδάκι μου, κολλάμε και το συζητάμε επί ώρα. Κάποια στιγμή, ο Δήμαρχος Αθηναίων κύριος Δημήτριος Αβραμόπουλος σκάει στην έκθεση και συμβαίνει το εξής σκηνικό: Πάει δίπλα στον πρώτο πίνακα, προσποιείται πως τον κοιτάζει και τον σχολιάζει και οι φωτογράφοι τραβάνε την πόζα. Πάει στον επόμενο πίνακα, το ίδιο σενάριο, αυτός ποζάρει πως βλέπει το έργο, οι φωτογράφοι φωτογραφίζουν. Πάει, πάει, πάει, σε όλους τους πίνακες επαναλαμβάνεται η ιστορία, ώσπου φτάνει στον πίνακα που βλέπουμε εμείς και έχουμε πάθει φρίκη πόσο νόημα, ρε παιδί μου, δεν το κουνάμε από εκεί. Ο Αβραμόπουλος κάνει να πλησιάσει, σίγουρος πως εμείς θα κάνουμε στην άκρη για να παίξει το ρόλο του μεγάλου τεχνοκριτικού για να βγει τη φωτογραφία. Αμ δε. Ούτε εγώ, ούτε η Άννα κάνουμε κίνηση προς τα πίσω. Κάνει μία έτσι, κάνει μία αλλιώς να μπει μπροστά μας, εμείς εκεί. Και συνεχίζουμε να συζητάμε για τον πίνακα, γράφοντάς τον στα παπάρια μας. Ακούστηκε ένα μουρμουρητό από τους παρατρεχάμενους, του τύπου ρε δες, τα κωλόπαιδα, δεν κάνουν χώρο για τον εραστή της τέχνης, εμείς ντύσιμο και εμφάνιση σα να είχαμε γυρίσει από ντου στα στενά της Καλλιθέας, μόνο τα κασκόλ έλειπαν, συνεχίσαμε το κλάσιμο και κάποια στιγμή το πήρε απόφαση, πήγε στον επόμενο. Μέχρι να φύγει από την αίθουσα ακόμα εκεί ήμασταν -είμαι σίγουρος πως ξαναγύρισε την άλλη μέρα για να βγει φώτο με τον πίνακα που δεν τον αφήσαμε. Έπρεπε να ξαναπάμε. Τέλος πάντων.

Η Τέχνη, λοιπόν, αδέρφια μου, είναι το αποκούμπι μου στη δύσκολη ώρα. Και μια τέτοια δύσκολη ώρα περνάω αυτό τον καιρό, που όλα μου πάνε στραβά και κοντεύει να σκάσει το κεφάλι μου. Ξυπνάμε χθες το πρωί, Κυριακή καλοκαιριού στην πόλη, δίχως παιδιά και δίχως υποχρεώσεις, αλλά με τα μυαλά γεμάτα σκασίλα από το χάλι του ΠΑΟΚ και το χάλι του Γιουρογκρούπ και γενικώς την κακή μας τύχη τελευταία. «Σήμερα δε θέλω να ακούσω λέξη ούτε για ΠΑΟΚ ούτε για Τσίπρα», λέω στην Άννα. Πάμε κάπου να ξεκολλήσουν τα μυαλά μας, κάπου που να μην ασχολούμαστε με ΠΑΟΚ και πολιτική, δεν την παλεύω. «Πάμε στην Μπιενάλε», μου λέει. Ναι, ρε, έτσι μιλάμε εμείς στην οικογένειά μας, μια πάμε στην Τούμπα, μια στο Παλατάκι, μια στο Μπλοκ 33, μια στην Μπιενάλε, τι να κάνουμε τώρα, άμα τραβάτε κάνα ζόρι πάτε να διαβάσετε Κόντρα και Γκαζέτα για αυθεντική αθλητική ενημέρωση. «Σωστή, πάμε να δούμε λίγη Τέχνη, να πούμε να πούμε, μπας και ξεχάσουμε τα προβλήματά μας και ειδικά τον ΠΑΟΚ και τον Κοντό και τον Τζαβέλλα και το Γλύκο». Και πάμε στο Δημαρχείο, ως σωστοί Καλλικάγκουρες, με γηπεδική αμφίεση μέσα στην ντάλα τριάντα πέντε βαθμούς που στην Όλγας έβλεπες αυτοκίνητο κάθε τρία λεπτά.

Ρε πούστη μου, μόνο σ’ εμένα συμβαίνουν αυτά. Μπαίνουμε μέσα, δύο γλυκές κοπέλες σαν τα κρύα τα νερά «καλησπέρα σας» μέσα στην τρελή χαρά, επειδή μάλλον πρέπει να ήμασταν οι μοναδικοί επισκέπτες όλη τη μέρα. Καλησπέρα σας, λέμε κι εμείς, από πού να αρχίσουμε, πάμε από εκεί. Επιτέλους, σκέφτομαι, ένας χώρος να απαλλαγώ από τις ασπρόμαυρες σκέψεις, τα μυαλά μας πονάνε, άλλη μια φορά να έβλεπα σέλφι του Τζαβέλλα από Ολλανδία θα πήγαινα στην Ολλανδία να τον γιαουρτώσω. Προχωράμε δέκα βήματα, στεκόμαστε στο πρώτο έργο που βλέπουμε στην έκθεση. Μάλιστα. Ενδιαφέρον. Ένας τύπος με καρφωμένα σπαθιά, ξέρω ‘γώ, έτσι κάπως σατανικός, σαν εξώφυλλο των Morbid Angel. Έλεγε. Σκύβω να δω τον τίτλο του έργου: «Η Μυστική Θεραπεία Του Σάντος». Ρε δε γαμιόμαστε.

t61

Αβάντζο

Αβάντζο

Στο 18ο λεπτό του αγ ...

Read more
Καβάλα

Καβάλα

Α’ Επιστολή Προς Καβαλιώτες. Σήμερα ο Σ.Φ. ΠΑΟΚ Καβάλας γιορτάζει τα 15 χρόνια από την ίδρυσή του. ...

Read more
0002

0002

Χρειάστηκε ένας άνθρ&o ...

Read more
Aποτυχημένοι

Aποτυχημένοι

Ο αγώνας Κυπέλλου με την Κέρκυρα, στις 7 Ιανουαρίου, θα έπρεπε να είναι το επίσημο τεστ των νέων μετ ...

Read more
Κατηγορούμενοι

Κατηγορούμενοι

Το θέμα παραείναι σ&omicro ...

Read more
Επιστήμη

Επιστήμη

Με βάση την τελευταία σοβαρή έρευνα (του Focus, το 2006), οι Παοκτσήδες ήταν το 13% του πληθυσμού. ...

Read more
Εξώφυλλο

Εξώφυλλο

Λίγο μετά τα Χριστού&ga ...

Read more
Δημήτρης

Δημήτρης

Κριτική ΠΑΟΚ-Πανθρακικός 3-2. Μία ευθεία ορίζεται κατά μοναδικό τρόπο από τα δύο σημεία Α και Β. Το ...

Read more
14

14

Κλείνουμε οριστικά το Κεφάλαιο 14 στη σελίδα μας, με μια μικρή αναδρομική έκθεση. ...

Read more
0011

0011

O πάτερ-Εφραίμ είναι ο ά&n ...

Read more
Yπέρβαση

Yπέρβαση

Στο ημίχρονο, είχα πάρει απόφαση πως στο συγκεκριμένο παιχνίδι ούτε που με ενδιαφέρει η τελική έκβασ ...

Read more

Μια Εποχή Στο Τσιμέντο

ISOVITIS COVER 400Η ενηλικίωση ενός εφήβου στις τσιμεντένιες κερκίδες της δεκαετίας του ’90, μιας συναρπαστικής οπαδικής περιόδου που άφησε σακατεμένους όσους επέζησαν από τις παγίδες της. Οι εκδρομές, τα συνθήματα, οι πέτρες, τα κλομπ, η πρέζα που μύρισε κάθε φλέβα δεμένη με δίχρωμο κασκόλ.

Ο παράλληλος κόσμος που οι περισσότεροι αγνοούν ή προσποιούνται πως αγνοούν – μια ωδή στην κοινή ουτοπία των «χούλιγκαν», στα παιδιά που δε μεγάλωσαν, στις ζωές που δε θα αφηγηθεί κανείς πέρα από όσους τις είδαν να σβήνουν, Κυριακή με Κυριακή, στις γαλαρίες των πούλμαν και στα κάγκελα των γηπέδων.

Συνάμα, μια νοσταλγική ματιά, σε πρώτο πρόσωπο, από ένα μέλος της κερκίδας του ΠΑΟΚ, που απλώνει στο χαρτί καθετί σοβαρό ή αστείο, σημαντικό ή ασήμαντο μπορεί να ανασύρει από τη μνήμη του, από την πρώτη του στιγμή στους καπνούς του πετάλου μέχρι την τραγωδία που έκλεισε και σημάδεψε ολόκληρη τη δεκαετία, ορίζοντας και το τέλος της «Old School» γενιάς που έθεσε τους κανόνες της οπαδικής ζωής ουρλιάζοντας, χοροπηδώντας κι αιμορραγώντας στα γήπεδα και στους δρόμους.