Απόκρουση

Απόκρουση

Ο Αλέξανδρος...

Έδρα

Έδρα

Κι όμως, οι...

Pontus

Pontus

- Yes? Yes? You listen?- Oh, of course it would be you.- Yes! Mr. Agent, where are you, little...

Φίατ

Φίατ

Τα μέλη ενός...

Honeycutt

Honeycutt

O Tyler Honeycutt έφυγε προχθές...

Ξεκούραση

Ξεκούραση

Τέτοια μέρα, πέντε...

Είμουν

Είμουν

H Άννα είχε την πρόνοια...

Πληθυσμοί

Πληθυσμοί

Η μοναδική «μικρή»...

Δολοφόνος

Δολοφόνος

Μέσα, στην τηλεόραση,...

Μπαλάντα

Μπαλάντα

Στην πιο καμένη...

Οριεντάλες

Οριεντάλες

«Orientales, la Patria o la Tumba!»Όσες...

Πατρίς

Πατρίς

Όταν τελειώνει η...

  • Απόκρουση

    Απόκρουση

    Thursday, 09 August 2018 03:30
  • Έδρα

    Έδρα

    Monday, 06 August 2018 12:45
  • Pontus

    Pontus

    Sunday, 05 August 2018 22:25
  • Φίατ

    Φίατ

    Thursday, 12 July 2018 23:44
  • Honeycutt

    Honeycutt

    Monday, 09 July 2018 12:56
  • Ξεκούραση

    Ξεκούραση

    Thursday, 05 July 2018 22:07
  • Είμουν

    Είμουν

    Wednesday, 04 July 2018 11:52
  • Πληθυσμοί

    Πληθυσμοί

    Wednesday, 04 July 2018 11:22
  • Δολοφόνος

    Δολοφόνος

    Tuesday, 03 July 2018 12:26
  • Μπαλάντα

    Μπαλάντα

    Monday, 02 July 2018 11:24
  • Οριεντάλες

    Οριεντάλες

    Saturday, 30 June 2018 21:01
  • Πατρίς

    Πατρίς

    Friday, 29 June 2018 19:26

365016Κατακαλόκαιρο, ακριβώς στη μέση του Ιούλη, αλλά ο Αλιάκμονας παγωμένος. Από το γόνατο και πάνω ιδρώναμε, τα πόδια είχαν μουδιάσει στο ελαφρύ ρεύμα που ξύριζε τις γάμπες. «Καλά που δεν βγάλαμε τα παπούτσια, θα είχαμε ξυλιάσει», είπε ο Ντίβας κι εκεί πρόσεξα πως είχε βουτήξει τα πόδια με τις κάλτσες και τα σταράκια. «Ρε μαλάκα», του είπα μετά από πολλή σκέψη, «στις κάλτσες δεν είχες κρύψει το πράμα»; Ο ήλιος ήταν ακριβώς από πάνω μας, ήθελα να ριχτώ ολόκληρος στο ποτάμι αλλά δεν είχαμε δεύτερα ρούχα. Κάτι που έμοιαζε με φραπέ εξατμιζόταν δίπλα μου, πάνω στα βράχια. Ρουφούσα κι έφτυνα, προσπαθούσα να το καταπιώ με δυσκολία, έπρεπε κάπως να ξενερώσουμε από τη χθεσινή κραιπάλη. «Κοίτα τα πουλάκια, ρε φίλε, τι όμορφα που πετούν»! Το έλεγε αλλά είχε γείρει στο πλάι, έψαχνα τα πουλιά στο οπτικό του πεδίο, δεν τα ‘βρισκα. «Να πιάσουμε κανένα ψάρι, σαν τις αρκούδες, να μην χαλάμε φράγκα στις καντίνες». Θα ‘μασταν κάνα δίωρο εκεί, πίσω από τις σκηνές, στη μαγεία του δάσους, με το πιο βαρύ κεφάλι που θυμάμαι να κουβαλάω στη ζωή μου. Πέρασε ώρα πολλή μέχρι να μου απαντήσει «στις άλλες κάλτσες, ρε, δεν είμαι κανένας βλάκας». Αλλά τον ρώτησα πού είναι οι άλλες κάλτσες κι απάντησε, σηκώνοντας τους ώμους, «ε, εκεί, κάπου», δηλαδή ανάμεσα σε εκατοντάδες σκηνές, σε ένα τετραγωνικό χώματος όπου είχαμε βρει ελεύθερο χώρο να κοιμηθούμε το προηγούμενο βράδυ. «Α, εντάξει», είπα κι εγώ, καθησυχασμένος.

Τίποτα δεν μπορούσε να μας σηκώσει απ’ την ειδυλλιακή κατάσταση, όπου τουρτουρίζαμε, ανάπηροι κάτω απ’ τα γόνατα, στάζοντας μουσκεμένοι απ’ τον ήλιο που μας ζάλιζε ακόμα περισσότερο. «Μην απομακρύνεσαι, ρε μαλάκα, δεν φτάνω να παίρνω τζούρες», είπε ένας από τους δυο κι ο άλλος απάντησε «αφού, ρε μαλάκα, έχω τα πόδια μέσα στο ποτάμι, πώς να απομακρύνομαι» και ανταπάντησε ο άλλος, με κακία, «ρε ποτάμι είναι, ρε, σε σπρώχνει και δεν το καταλαβαίνεις». «Είναι και τα βράχια». «Τα βράχια τι». «Παίρνει και τα βράχια, σε σπρώχνει, δεν μπορώ να πάρω τζούρα, κάτσε σε ένα σημείο». «Σε ένα σημείο είμαι, να, ρίχνω στάχτη εδώ για σημάδι να δεις που δεν θα κουνηθώ». «Και τη στάχτη θα την πάρει». «Το ποτάμι»; «Ο αέρας». «Δεν έχει αέρα». «Έχει, αφού σβήνει το τσιγάρο ο αέρας συνέχεια». «Με τον αέρα παίρνει, δεν σβήνει». «Και τότε γιατί έχουμε αντιανεμικό ζίπο»; «Για το καράβι». «Α, δίκιο έχεις». Και τέτοια, η συζήτηση είχε φτάσει σε μεταφυσικά επίπεδα, ώσπου ακούστηκε κάτι στο βουνό απέναντι και η ηχώ το μεγέθυνε στα τρομαγμένα αυτιά μας. «Ου-ου-ουυυ»!

Κοιταχτήκαμε στα μάτια με πανικό. «Το άκουσες»; «Το άκουσα». Ξανακούστηκε: «Ου-ου-ουυυ»! Πεταχτήκαμε όρθιοι. Ξαναπέσαμε, τα πόδια μας ήταν σαν να μην υπήρχαν, είχαν μελανιάσει τόση ώρα στο παγωμένο νερό και μοιάζαμε με τριχωτές γοργόνες που είχε ξεβράσει η θάλασσα, σερνόμασταν να φτάσουμε στην άκρη του βράχου για να δούμε προς την πηγή του ήχου. Την τρίτη φορά που ακούσαμε το «ου-ου-ουυυ», αυτό συνοδεύτηκε με ένα αγαπημένο «ταρά-ραραρά-ταρά-ραραρά» που έσκισε την ατμόσφαιρα, πέρασε πάνω από το φαράγγι, χτύπησε στην πλαγιά και έφτασε ως τα πέρατα της Γης. Κοιταχτήκαμε πάλι. «Αρχίζει»! «Αρχίζει, ρε μαλάκα, βράδιασε, πόση ώρα είμαστε εδώ»; Είχαμε πάει στο ποτάμι στις δώδεκα, τι ώρα να ‘ναι, πόσες ώρες έχουμε περάσει ακούγοντας το κελάρυσμα και φιλοσοφώντας με τα υπαρξιακά μας καταναλώνοντας περίεργες ουσίες, που τώρα είχε πια βραδιάσει και ξεκινούσε το θέαμα για το οποίο ετοιμαζόμασταν από την ώρα που είχαμε ξυπνήσει; Ο ήλιος έλαμπε, όλοι γύρω μας παρέμεναν απαθείς, έκαναν βουτιές από τα ψηλά βράχια απέναντι στον ποταμό, κάποιοι κοιμούνταν στις όχθες, άλλοι έτρωγαν, ζευγάρια φιλιούνταν παθιασμένα και απαθέστατα, δυο ξέμπαρκοι παραδίπλα έπαιζαν τάβλι, μέρα ήταν ακόμα, αλλά θα είχε βραδιάσει για να ξεκινάει το θέαμα. Δεν είχε σημασία, με το πρώτο αίμα που κυκλοφόρησε στα πόδια μας ξεκινήσαμε για τη σκηνή, εγώ μπροστά με τα παπούτσια στο χέρι, ο Ντίβας πίσω με τα παπούτσια του να βγάζουν νερουλούς ήχους.

Για κάποιο λόγο, το μέρος ήταν ακόμα άδειο. Στη σκηνή μπροστά μας, μονάχα ένας, με την κιθάρα να κροταλίζει το ίδιο πράμα ασταμάτητα, λίγο πιο μεταλλικό, λίγο πιο ήρεμο, έκανε σινιάλα σε κάποιους απέναντι πίσω από εμάς και ξανάρχιζε «ταρά-ραραρά-ταρά-ραραρά» και, πότε-πότε, φώναζε «ου-ου-ουυυ», αγχωθήκαμε, άρχισε η συναυλία, να βρούμε να κάτσουμε. Δεν υπήρχε κανείς, ήμασταν οι μοναδικοί θεατές. Σε μια έκταση εκατό μέτρων από τη σκηνή ως εκεί όπου τελείωνε ο χώρος των θεατών, υπήρχαμε μόνο εγώ κι ο Ντίβας, όρθιοι και λαχανιασμένοι. Διαλέξαμε ένα όμορφο σημείο στο χορτάρι και καθίσαμε κάτω, να απολαύσουμε τη συναυλία. «Μαλάκα, καλά που τον ακούσαμε, θα χάναμε την καλύτερη μπάντα της ημέρας», είπε ο Ντίβας κι εγώ συμφώνησα, «τυχεροί ήμασταν, αν είχαμε πιει άλλο ένα τσιγάρο θα μας έπαιρνε ο ύπνος στα βράχια και αύριο θα αναρωτιόμασταν τι έγινε και τους χάσαμε». Ικανοποιημένοι, διπλώσαμε τα πόδια και αράξαμε ελαφρώς πίσω να απολαύσουμε τη μουσική. «Κόσμο δεν έχει, πάντως», είπε ο Ντίβας. «Ε, ήρθανε όλοι για τις Τρύπες, αύριο, μάλλον μόνο σε εμάς αρέσουν τα Σπαθιά», συμπέρανα εγώ και ο Ντίβας ικανοποιήθηκε με την εξήγηση.

Ο Παυλίδης συνέχιζε να παίζει μόνος του το ίδιο μοτίβο. «Δεν έχει συγκρότημα, ρε μαλάκα»; «Ε, ξεκινάει μόνος του, θα βγούνε κι οι άλλοι». «Ναι, αλλά όλο το ίδιο πράμα παίζει, τι θα γίνει». «Ξεκόλλα, μωρέ μαλάκα, θα πει και το υπόλοιπο, σκάσε». Μετά από εκατό «ταρά-ραραρά-ταρά-ραραρά» και διακόσια «ου-ου-ουυυ» έπιασε και το υπόλοιπο: «Μέσ’ στη γαλαρία που ‘ναι όλα σκοτεινά, ξετυλίγεται ταινία, η δικιά σου ιστορία, που ποτέ δεν θα παιχτεί στο σινεμά», κουνήσαμε τα κεφάλια, μετά έδωσε και το ρεφρέν, «πάνω στο τρένο φάντασμα μέσ’ στη νύχτα θα χαθώ», έφτασε στο «ου-ου-ουυυ» κι εκεί τον αποθεώσαμε. Σταμάτησε απότομα, όμως, και έφυγε από τη σκηνή. «Τι έγινε τώρα». «Τώρα θα βγει και το συγκρότημα». «Άντε να δούμε». Περιμέναμε λίγη ώρα, αλλά ο ήλιος βαρούσε αλύπητα, είχα αρχίσει να καίγομαι στην πλάτη, «τα ρούχα μας πού τ’ αφήσαμε, ρε μαλάκα», «εκεί που έχω τις κάλτσες», μου απάντησε, αλλά δεν είχα κουράγιο να πάω να ψάξω, άσε που οι θέσεις μας ήταν τόσο προνομιούχες που αν σηκωνόμουν μπορεί να ερχόταν άλλος ένας θαυμαστής των Σπαθιών και να μου την έπαιρνε.

Η ώρα περνούσε αλλά η μπάντα άφαντη, είχαμε αρχίσει να ανησυχούμε. Ο Ντίβας με ενημέρωσε «ήρθαν κι άλλοι, καλό αυτό» και είδα πίσω μου δύο τύπους, στα δέκα μέτρα, να αράζουν στα χόρτα. Αλλά σε λίγο ήρθαν κι άλλοι, δέκα μέτρα μπροστά μας. «Κόσμος». «Ναι». «Ωραία». «Πού χάθηκαν τα Σπαθιά, ρε μαλάκα»; «Ε, δεν πέρασε πολλή ώρα, χαλάρωσε». Διψούσαμε, πεινούσαμε, ιδρώναμε. Αλλά μόνο τσιγάρα είχαμε μαζί μας, οπότε καπνίζαμε, τι να κάνουμε άλλο. «Αυτό είναι το τελευταίο, να ξέρεις», είπε ο Ντίβας, που ήταν ο στρίφτης επειδή από μικρός δεν κατείχα το συγκεκριμένο ταλέντο. Αλλά πριν προλάβει να φτιάξει το τελευταίο, με μάγκωσε από το μπράτσο με δύναμη και με κοίταξε με γουρλωμένα μάτια: «Μαλάκα! Μαλάκα! Μαλάκα»! «Τι έγινε, φίλε, τι έπαθες»; «Θα σου πω, αλλά μην κοιτάξεις». «Έγινε, πες». Και σκύβει, με την πιο προσεκτική κίνηση του κόσμου, στο αυτί μου, και ψιθυρίζει: «Δες πίσω». Κοιτάζω πίσω, παγώνω. «Κινείται». Του γνέφω «ναι». «Τη γαμήσαμε».

Πριν ένα λεπτό υπήρχαν πίσω μας, στα δέκα μέτρα, δύο τύποι που άραζαν περιμένοντας μαζί μας τη συνέχεια της συναυλίας. Τώρα οι τύποι βρίσκονταν στη μισή απόσταση, πέντε μέτρα και πολλά λέω, σχεδόν τους ακούγαμε που μιλούσαν. «Μαλάκα! Τι θα κάνουμε, θα πέσουμε, κρατήσου», είπε ο Ντίβας ψύχραιμος κι εγώ άρπαξα τα χόρτα δεξιά και αριστερά για να κρατηθώ. Κοιτάμε μπροστά, η ίδια φρίκη: Πριν λίγο είχε κόσμο δέκα μέτρα μπροστά μας, τώρα κι εκεί είχε κόσμο στα πέντε, «μαλάκα, Ντίβα, τώρα κινείται ανάποδα, δες», είδε ο Ντίβας μπροστά, «ναι, έχεις δίκιο, κρατήσου καλά, μας πάει μπροστά τώρα», κοιτάμε πίσω, οι τύποι είχαν βρεθεί δυο μέτρα απόσταση, σφίγγαμε τα χόρτα να μην πέσουμε από το πηγαινέλα, κοιτάμε μπροστά, στο ένα μέτρο οι πλάτες τους, σεισμός, η Γη ανεβοκατέβαινε, πήγαινε μπρος-πίσω ακατάπαυστα, εμείς ήρωες, άντρες, δεν αφήναμε τα χόρτα απ’ τα χέρια μας, γέρναμε λίγο πίσω, πέφταμε προς τα μπρος, ο Ντίβας φώναζε τώρα, «κράτα γερά, Νίκο, θα περάσει», εγώ του απαντούσα γενναία «μη με φοβάσαι εμένα, εσύ πρόσεχε», είχε πέσει η νύχτα τριγύρω και ακουμπούσαν τα πόδια μας στους μπροστά μας, ακουμπούσαν μετά τα πόδια των πίσω επάνω μας, φουρτούνα μεγάλη, πίσω, μπρος, «κράτα», «κρατάω», «κουράγιο», «αντέχω», με έπιανε αναγούλα, γυρνούσε το στομάχι μου αλλά έπρεπε να αντέξω το τέλος του κόσμου που μας έβρισκε σ’ εκείνο το μαγικό μέρος όπου είχαμε πάει να δούμε τις αγαπημένες μας μπάντες και τύχαμε στον πιο μεγάλο σεισμό της ιστορίας. Πρώτος ξενέρωσα εγώ κάποια στιγμή και επανέφερα και τον άλλο, «έλα, μαλάκα, πρέπει να έχουμε γίνει ρεζίλι σε όλο το ρίβερ-πάρτι, σύνελθε, αρχίζουν τα Σπαθιά».

Ξύλινα Σπαθιά - Ξεσσαλονίκη (1993)

Αφού σου το 'πα
Ερώτηση κλειδί
Ξεσσαλονίκη
Ο καβαλάρης του τρόμου
Το νερό που κυλάει
Πουλιά
Ο βασιλιάς της σκόνης
Αδρεναλίνη
Τραίνο φάντασμα
Σιωπή
Πουλιά 2
Ρόδες
Λόλα
Το νερό που κυλάει 2

Μια Εποχή Στο Τσιμέντο

ISOVITIS COVER 400Η ενηλικίωση ενός εφήβου στις τσιμεντένιες κερκίδες της δεκαετίας του ’90, μιας συναρπαστικής οπαδικής περιόδου που άφησε σακατεμένους όσους επέζησαν από τις παγίδες της. Οι εκδρομές, τα συνθήματα, οι πέτρες, τα κλομπ, η πρέζα που μύρισε κάθε φλέβα δεμένη με δίχρωμο κασκόλ.

Ο παράλληλος κόσμος που οι περισσότεροι αγνοούν ή προσποιούνται πως αγνοούν – μια ωδή στην κοινή ουτοπία των «χούλιγκαν», στα παιδιά που δε μεγάλωσαν, στις ζωές που δε θα αφηγηθεί κανείς πέρα από όσους τις είδαν να σβήνουν, Κυριακή με Κυριακή, στις γαλαρίες των πούλμαν και στα κάγκελα των γηπέδων.

Συνάμα, μια νοσταλγική ματιά, σε πρώτο πρόσωπο, από ένα μέλος της κερκίδας του ΠΑΟΚ, που απλώνει στο χαρτί καθετί σοβαρό ή αστείο, σημαντικό ή ασήμαντο μπορεί να ανασύρει από τη μνήμη του, από την πρώτη του στιγμή στους καπνούς του πετάλου μέχρι την τραγωδία που έκλεισε και σημάδεψε ολόκληρη τη δεκαετία, ορίζοντας και το τέλος της «Old School» γενιάς που έθεσε τους κανόνες της οπαδικής ζωής ουρλιάζοντας, χοροπηδώντας κι αιμορραγώντας στα γήπεδα και στους δρόμους.

FB

 
 
 
 

365 Albums

Κατόπιν πρόκλησης, οι 365 δίσκοι που με διαμόρφωσαν, με επηρέασαν, με ρήμαξαν.

48 The Wall

365048

47 Appetite For Destruction

365047

46 Speak English Or Die

365046

45 Μέσα Στη Νύχτα Των Άλλων

365045

44 Hell Awaits

365044

43 Ζωή

365043

42 L’Enfant Sauvage

365042

41 Leprosy

365041

40 Piel y Hueso

365040

39 Back Τo Black

365039

38 System Of A Down

365038