Ένσταση

Ένσταση

H KAE ΠΑΟΚ επέλεξε να...

Γειτονιά

Γειτονιά

Το μυαλό μου έχει...

Επανεκτίμηση

Επανεκτίμηση

Υπάρχουν δύο...

Λάσπη

Λάσπη

Τόσες δεκαετίες...

Τόνοι

Τόνοι

Από τη μία, έχουμε έναν...

Θαύμα

Θαύμα

Η φετινή...

Χριστούγεννα

Χριστούγεννα

Χριστούγεννα 1987. Δεν...

Βάρος

Βάρος

Η προσωπική μου...

Παππούς

Παππούς

Πέρασε η τετραετία...

Ήρεμα

Ήρεμα

Σαν σήμερα, στις 11...

Κυριακή

Κυριακή

Κερδίσαμε στην...

Χειρονομίες

Χειρονομίες

Κάπου υπάρχει μια...

  • Ένσταση

    Ένσταση

    Saturday, 19 December 2020 19:38
  • Γειτονιά

    Γειτονιά

    Wednesday, 06 May 2020 15:16
  • Επανεκτίμηση

    Επανεκτίμηση

    Monday, 24 February 2020 23:06
  • Λάσπη

    Λάσπη

    Friday, 07 February 2020 00:16
  • Τόνοι

    Τόνοι

    Monday, 03 February 2020 16:57
  • Θαύμα

    Θαύμα

    Monday, 03 February 2020 08:25
  • Χριστούγεννα

    Χριστούγεννα

    Tuesday, 24 December 2019 13:12
  • Βάρος

    Βάρος

    Saturday, 14 December 2019 20:21
  • Παππούς

    Παππούς

    Thursday, 12 December 2019 21:39
  • Ήρεμα

    Ήρεμα

    Wednesday, 11 December 2019 13:58
  • Κυριακή

    Κυριακή

    Monday, 25 November 2019 00:33
  • Χειρονομίες

    Χειρονομίες

    Monday, 04 November 2019 15:02

Έμειναν ψύχραιμοι. Ήταν εκπαιδευμένοι σε αλλαγές του καιρού και στις συχνές καλοκαιρινές μπόρες μπορούσαν να αλλάξουν τη διαρρύθμιση του μαγαζιού μέσα-έξω σε λίγα λεπτά. Το κέντρο διασκέδασης έβγαινε ολόκληρο στην τσιμεντρόστρωτη αυλή του για τα μεγάλα ποντιακά γλέντια: Καρέκλες, τραπέζια, πίστα. Αλλά με συντονισμένες και προβαρισμένες κινήσεις οι τέσσεροι σερβιτόροι, που το αναλάμβαναν τα πρωινά των Παρασκευών και το άφηναν ξημερώματα της Δευτέρας, κατάφερναν να σώσουν τις καταστάσεις με λίγες απώλειες. Τούτη τη φορά, όμως, η βροχή δεν έφερνε σταγόνες -έπεφταν γυαλιά. Ο επιχειρηματίας, πάντα ετοιμοπόλεμος για κάθε αναποδιά αλλά και προετοιμασμένος για κάθε ηλιθιότητα των τεσσάρων μόνιμων υπαλλήλων του, ήταν πρωτόγνωρα σαστισμένος. Άπλωσε την παλάμη του, περιεργάστηκε τα τζαμάκια που έπεφταν στη χούφτα και τους έψαξε με τα μάτια. Το «βρέχει βατράχια» γυρίστηκε ως ταινία χρόνια αργότερα («Magnolia»), το «βρέχει κεφτέδες» («Cloudy with a Chance of Meatballs») έγινε παιδικό animation, αλλά το «βρέχει γυαλιά» δεν είχε τέτοιο χολιγουντιανό μέλλον -παρέμεινε στα στενά όρια της καβαλιώτικης επαρχίας.

Από όλες τις -εκατοντάδες- δουλειές που αναλάμβαναν, η χειρότερή τους ήταν το πέταγμα των σκουπιδιών. Η μέρα τους ξεκινούσε νωρίς: Καθάριζαν, σκούπιζαν, παραλάμβαναν την κάβα και γέμιζαν ασφυκτικά τα ψυγεία, φροντίζοντας πάντα να καβατζώνουν αλκοόλ για τα εφηβικά τους στόματα στα πιο απίθανα μέρη, έστρωναν, υποδέχονταν τον κόσμο, σέρβιραν, πληρώνονταν, ξανακαθάριζαν όλο τον χαμό που άφηναν οι Πόντιοι μετά από κάθε πανηγύρι, έφευγαν ξημερώματα για λίγες ώρες ύπνου ως να ξανάρθουν για να κάνουν το ίδιο: Παρασκευή, Σάββατο, Κυριακή. Καμιά φορά δεν έφευγαν καθόλου, έτρωγαν εκεί, μεθούσαν εκεί, κοιμόντουσαν εκεί και ξυπνούσαν από τους σαράντα βαθμούς του κάμπου λίγο πριν το μεσημέρι, για να ξαναρχίσουν τη διαδικασία από την αρχή. Για τα σκουπίδια, τη μεγαλύτερη αγγαρεία που έπρεπε να τη διεκπεραιώσουν στο τέλος κάθε βάρδιας κι ενώ είχαν γίνει κομμάτια από τη σχεδόν εικοσάωρη παραμονή τους εκεί, δεν τους έμενε άλλο κουράγιο. Συνεπώς, όπως έκαναν για κάθε θέμα που προέκυπτε κάθε τόσο, αυτοσχεδίασαν.

Κανείς δεν θυμάται ποιος το είχε πρωτοσκεφτεί. «Ρε μαλάκες, τα μισά σκουπίδια που πετάμε είναι μπουκάλια, αν τα σπάζαμε θα γλιτώναμε τον μισό κόπο», όπου ο κόπος ήταν η τοποθέτηση των μπουκαλιών σε τεράστια, σκούρα μπλε βαρέλια και η μεταφορά τους στην απέναντι χωματερή, καθώς η δεκαετία του ’80 και του ’90 δεν γνώριζε ακόμα τη λέξη «ανακύκλωση». «Ναι, αλλά πού να τα σπάσουμε, αν τα πετάμε πίσω στα χωράφια θα τα δει ο άλλος και θα μας γαμήσει». «Στην ταράτσα», είπε ένας, και πέταξε μια δεμέστιχα με δύναμη. Το πρασινωπό μπουκάλι έφυγε πάνω από την πρόσοψη και προσγειώθηκε στο πάνω μέρος με έναν μικρό θόρυβο. Κι άρχισαν κι οι υπόλοιποι να πετάνε μπουκάλια, ρετσίνες, κοκακόλες, κρασιά, μπύρες, σαμπάνιες, ό,τι μπορούσε να σπάσει έφευγε στην ταράτσα. Και στο τέλος, το αποτέλεσμα τους δικαίωσε: Αντί να κάνουν δύο ή τρία δρομολόγια μέσα στη νύχτα, με το αγροτικό, για τη χωματερή, κατάφεραν να χωρέσουν στην καρότσα τα πάντα σε ένα πηγαινέλα. Είχαν κερδίσει σχεδόν μια ώρα λιγότερης κούρασης -την οποία χρησιμοποίησαν για να αρχίσουν το πιώμα νωρίτερα. Και συνεχίστηκε αυτό, σχεδόν όλο το καλοκαίρι, μέχρι τη νύχτα που ο αέρας άρχισε απότομα να σκορπά τα θρύψαλα της ταράτσας πάνω στους πελάτες, τους μουσικούς και το προσωπικό.

Ο Μάκης ο ντράμερ ήταν ο μόνος που γνώριζε. Για την ακρίβεια, ήταν και ο μόνος που είχε δει με τα μάτια του τι είχε συμβεί στην ταράτσα, ένα ξημέρωμα που τον κυνήγησε πελάτης πάνω στο τσακίρ κέφι επειδή ο πελάτης πίστευε ότι ο Μάκης κάρφωνε την αιθέρια ύπαρξη που είχε μαζί του: Πήδηξε πάνω στα ντραμς, ο Μάκης τον χτύπησε με τις μπαγκέτες και κέρδισε χρόνο για να πηδήξει απ’ τη γωνιά, πάνω απ’ τα πιατίνια, έκανε έναν γύρο την πίστα και βγήκε από την έξοδο κινδύνου. Έτρεξε πίσω του ο προσβεβλημένος κι ατιμασμένος εραστής, μαζί του και δυο σερβιτόροι, αλλά μέσα στη νύχτα του κάμπου ο ντράμερ εξαφανίστηκε εύκολα. «Θα γυρίσει ο καριόλης κάποια στιγμή, θα τον περιμένω», μονολογούσε ο τύπος κι εκείνη τη στιγμή ακούσαμε έναν περίεργο ήχο σαν να πατάει κάποιος σε χιλιάδες μπισκότα ή χαλίκια ή κάτι παρόμοιο. Ή γυαλιά. Κοιτάχτηκαν οι σερβιτόροι, δεν κατάλαβε τίποτα ο ατιμασμένος, πέρασε η μπόρα, αλλά ο Μάκης κατέβηκε γδαρμένος και αναστατωμένος ώρες μετά κι ενώ η μπάντα έπαιζε δίχως ρυθμό, αναγκασμένη να ακολουθεί τον σουρωμένο κιμπορντίστα που από απλή εικαστική παρέμβαση στον ήχο ανέλαβε να κρατήσει την άμυνα και τα έκανε τόσο χάλια που δεν τον ξαναείδαμε από εκείνο το βράδυ. Μέσα στα αίματα, ο ντράμερ πιο πολύ αναρωτιόταν τι ήταν αυτά που τον ξέσκισαν εκεί πάνω παρά το πώς θα γλίτωνε από τον πελάτη που όλοι τον ξέραμε και ξέραμε πολύ καλά πως θα ξανάρθει να τον αναζητήσει: Του είπαμε να το βουλώσει και πως θα το κανονίζαμε. Πήγαμε στον χωριανό μας την άλλη μέρα, του είπαμε πως ο Μάκης είναι αλλήθωρος και τελείωσε εκεί.

Ο κόσμος είχε μπει μέσα και η ροή του προγράμματος συνεχιζόταν κανονικά. Ο επιχειρηματίας δεν άλλαζε τη συννεφιασμένη του μουσούδα και φαινόταν πως κάτι δεν του καθόταν καλά. Τον είδα που βγήκε τρέχοντας από την πίσω πόρτα, τον ακολούθησα, τον είδα που σκαρφάλωνε τη σιδερένια σκάλα που είχε χρησιμοποιηθεί μοναχά μία φορά ως τότε, για να στηρίξει την επιγραφή και να κολληθούν δεξιά κι αριστερά τα διακριτικά του χορηγού, δηλαδή της Pepsi-Cola. Άκουσα την κραυγή του κι έτρεξα μέσα, στους άλλους τρεις. «Θα σας γαμήσω, κωλόπαιδα», τους μετέφερα τις μοναδικές λέξεις που είχα καταφέρει να ξεχωρίσω ανάμεσα στις χριστοπαναγίες και τα βογγητά του κάθε που πατούσε γυαλί. Ξημερώματα, την ώρα που μαζεύαμε τα σκουπίδια στο αγροτικό για τη χωματερή, βγήκε να μας πληρώσει, όπως έκανε κάθε βράδυ. Εκείνο το βράδυ, έβαλε και κάτι παραπάνω, που παίρναμε ολόκληρο μηνιάτικο, τότε, για δουλειά τριών ημερών. «Κόψτε τις μαλακίες, θα πάθει κανένας τίποτα και θα τρέχουμε», είπε κι έφυγε, αφήνοντας το υπονοούμενο πως το εξτραδάκι ήταν για τον έξτρα κόπο μας να πετάμε τα μπουκάλια στη χωματερή κι όχι να τα σπάμε στην ταράτσα. Γύρισε ο Παναγιώτης και είπε «έχουμε πετάξει εκατό χιλιάδες μπουκάλια, τι θα πειράξει αν πετάξουμε άλλα εκατό». Και ξαναρχίσαμε το ίδιο πράγμα, πετάξαμε όλα τα μπουκάλια στην ταράτσα και, ποιος ξέρει, πέρασαν σχεδόν τριάντα χρόνια από τότε, ακόμα εκεί πάνω θα είναι κι όποτε φυσάει βοριάς θα τα σκορπάει στον παρατημένο επαρχιακό δρόμο που κάποτε υπήρξε η πύλη της διασκέδασης για κάθε Πόντιο που σεβόταν τον εαυτό του.

Μια Εποχή Στο Τσιμέντο

ISOVITIS COVER 400Η ενηλικίωση ενός εφήβου στις τσιμεντένιες κερκίδες της δεκαετίας του ’90, μιας συναρπαστικής οπαδικής περιόδου που άφησε σακατεμένους όσους επέζησαν από τις παγίδες της. Οι εκδρομές, τα συνθήματα, οι πέτρες, τα κλομπ, η πρέζα που μύρισε κάθε φλέβα δεμένη με δίχρωμο κασκόλ.

Ο παράλληλος κόσμος που οι περισσότεροι αγνοούν ή προσποιούνται πως αγνοούν – μια ωδή στην κοινή ουτοπία των «χούλιγκαν», στα παιδιά που δε μεγάλωσαν, στις ζωές που δε θα αφηγηθεί κανείς πέρα από όσους τις είδαν να σβήνουν, Κυριακή με Κυριακή, στις γαλαρίες των πούλμαν και στα κάγκελα των γηπέδων.

Συνάμα, μια νοσταλγική ματιά, σε πρώτο πρόσωπο, από ένα μέλος της κερκίδας του ΠΑΟΚ, που απλώνει στο χαρτί καθετί σοβαρό ή αστείο, σημαντικό ή ασήμαντο μπορεί να ανασύρει από τη μνήμη του, από την πρώτη του στιγμή στους καπνούς του πετάλου μέχρι την τραγωδία που έκλεισε και σημάδεψε ολόκληρη τη δεκαετία, ορίζοντας και το τέλος της «Old School» γενιάς που έθεσε τους κανόνες της οπαδικής ζωής ουρλιάζοντας, χοροπηδώντας κι αιμορραγώντας στα γήπεδα και στους δρόμους.

FB