Χριστούγεννα

Χριστούγεννα

Χριστούγεννα 1987. Δεν...

Βάρος

Βάρος

Η προσωπική μου...

Παππούς

Παππούς

Πέρασε η τετραετία...

Ήρεμα

Ήρεμα

Σαν σήμερα, στις 11...

Κυριακή

Κυριακή

Κερδίσαμε στην...

Χειρονομίες

Χειρονομίες

Κάπου υπάρχει μια...

Σημαντικό

Σημαντικό

Η ομάδα έπαιζε για...

Γιώργος

Γιώργος

Το είχα πάρει...

Μίκι

Μίκι

|||| Σαν σήμερα, πριν...

421

421

ΠΑΟΚ και Άρης...

Μπένγκτσον

Μπένγκτσον

Την ημέρα που ο ΠΑΟΚ...

Ημιδιαμονή

Ημιδιαμονή

Θέλεις να ψάξεις...

  • Χριστούγεννα

    Χριστούγεννα

    Tuesday, 24 December 2019 13:12
  • Βάρος

    Βάρος

    Saturday, 14 December 2019 20:21
  • Παππούς

    Παππούς

    Thursday, 12 December 2019 21:39
  • Ήρεμα

    Ήρεμα

    Wednesday, 11 December 2019 13:58
  • Κυριακή

    Κυριακή

    Monday, 25 November 2019 00:33
  • Χειρονομίες

    Χειρονομίες

    Monday, 04 November 2019 15:02
  • Σημαντικό

    Σημαντικό

    Saturday, 02 November 2019 15:06
  • Γιώργος

    Γιώργος

    Friday, 01 November 2019 15:18
  • Μίκι

    Μίκι

    Tuesday, 29 October 2019 12:36
  • 421

    421

    Sunday, 22 September 2019 11:19
  • Μπένγκτσον

    Μπένγκτσον

    Thursday, 08 August 2019 17:03
  • Ημιδιαμονή

    Ημιδιαμονή

    Wednesday, 19 June 2019 17:42

Με έχουν καλέσει αρκετές φορές σε Πανεπιστήμια. Για την ακρίβεια, με έχουν καλέσει τέσσερις φορές, οπότε αν το αφήσω στο «αρκετές» ίσως να μείνει κάπως υπερβολική η αίσθηση. Δύο στην Ελλάδα, δύο στην Κύπρο. Αλλά ήταν η πρώτη φορά που η πρόσκληση περιείχε συγκεκριμένα στοιχεία, δηλαδή «σε καλούμε στο τάδε Πανεπιστήμιο, συγκεκριμένη ημέρα, συγκεκριμένη ώρα, συγκεκριμένο μάθημα». Κι αν, για οποιονδήποτε λόγο, μου περνούσε η σκέψη να αρνηθώ, διαβάζοντας πότε και πού με καλούσαν έφυγε κάθε δισταγμός: Τέσσερις του τετάρτου μήνα στον τέταρτο όροφο στην αίθουσα τέσσερα άλφα. Αριθμητικά: 4/4, 4ος, 4Α. Δεν είναι μόνο τα τέσσερα τεσσάρια, μπαίνει και το «Α» στο τέλος, που κάνει την «4Α» και σκέφτεσαι «πόσο πιο στημένο, δεν πάει άλλο».

Τέσσερις Απρίλη, λοιπόν, στην αίθουσα 4Α του τετάρτου ορόφου του Πανεπιστημίου, θα γινόταν, όπως γίνεται κάθε Πέμπτη, το μάθημα «Αθλητισμός, Κοινωνία και ΜΜΕ». Κι εγώ κλήθηκα να παρουσιάσω το βιβλίο μου και να «δέσω» την αφήγηση μιας δεκαετίας όπου κανείς από τους θεατές δεν είχε ακόμα γεννηθεί με το σήμερα που διδάσκονται ώστε αύριο να μπορούν να το διαχειριστούν, να το καταγράψουν και να το αναλύσουν. Η καθηγήτρια μου είχε πει να «μην έχω καθόλου άγχος» και είναι προφανές ότι δεν με γνώριζε προσωπικά, καθώς το μόνο πράγμα στη ζωή μου για το οποίο έχω άγχος σχετίζεται άμεσα με την έκβαση κάποιου αγώνα του ΠΑΟΚ, οπότε ούτως ή άλλως δεν υπήρχε οποιοσδήποτε αγχωτικός παράγοντας πέρα από τη δουλειά, που τελευταία όλο υπερωρίες κάνουμε και έπρεπε να τελειώσω νωρίς, να προλάβω ένα ντους πριν πάω στο μάθημα, μην κουβαλήσω στην αίθουσα, μαζί με τη σοφία και την εμπειρία μου, τον εργατικό μου ιδρώτα. Αλλά όλα πήγανε μια χαρά -προλάβαμε με την Άννα να φάμε και πρωινό, λίγα λεπτά πριν τη συμφωνημένη ώρα, δύο και κάτι.

Έμπαινα σε Πανεπιστήμιο για τέταρτη φορά στη ζωή μου, τις θυμάμαι όλες τις προηγούμενες. Την πρώτη ψάχναμε στην Καλών Τεχνών μια κοπέλα που είχε γνωρίσει ο κολλητός μου σε συναυλία με Τρύπες, Ziggy Was, Σμέρνα, Ζερβουδάκη για την απελευθέρωση κάποιου που δεν θυμάμαι ποιος ήταν και αν απελευθερώθηκε, αλλά τη θυμάμαι τη βραδιά επειδή ήταν η πρώτη μου συνάντηση από κοντά με τον Αγγελάκα, πριν τη συναυλία, και περισσότερο από το γεγονός πως ολόκληρες Τρύπες έπαιζαν στις φοιτητικές εστίες αφιλοκερδώς και χωρίς τυμπανοκρουσίες τον καιρό που βρίσκονταν στην απόλυτη κορυφή της δημοφιλίας τους επιλέγοντας ξεκάθαρα να δώσουν πολιτικό μήνυμα, μου είχε κάνει εντύπωση η κουβέντα σε μια παρέα που είχε σχηματιστεί γύρω του πριν το λάιβ, όπου ο τύπος ανέλυσε πολύ όμορφα και λογικά τον σκοπό για τον οποίο είχαμε μαζευτεί όλοι εκεί πέρα, πείθοντάς μας πως δεν είναι ένας απλός ροκ σταρ αλλά ένας από εμάς που έτυχε να μπορεί να αρθρώσει τα μυαλά μας συλλογικά με μεγάλη ευστοχία και να πλαισιώνεται από μια μπάντα που δεν σταματούσε να πειραματίζεται και να της βγαίνει οτιδήποτε δοκίμαζε μουσικά. Δεν τη βρήκαμε την κοπέλα, που είχε και σπάνιο όνομα, κανείς δεν την ήξερε σε κανένα έτος, σε κανένα μάθημα, μήτε στη γραμματεία, μήτε από τους φοιτητές -κάποια στιγμή ο φίλος μου το πήρε απόφαση πως δεν ήταν «φοιτήτρια Καλών Τεχνών» και πως, λογικά, δεν την έλεγαν έτσι όπως είχε πει ότι την έλεγαν. Του ‘μεινε απωθημένο. Τη δεύτερη φορά πήγαμε πάλι με τον ίδιο φίλο, επειδή είχε ανακαλύψει πως μπορούμε να τρώμε τσάμπα -μεγάλη ιστορία αυτή και επειδή φημίζομαι πως δεν μακρηγορώ αλλά πάντα μένω στα βασικά θα το αφήσω για άλλη φορά. Και φτάσαμε σχετικά πρόσφατα, όπου πήγα στα Πανεπιστήμια πριν από ένα ματς, επειδή κάποιος είχε εισιτήρια που αποδείχτηκε πως δεν ήταν εισιτήρια αλλά φωτοτυπίες, άθλιες, τόσο κακές που δεν άξιζε καν τον κόπο να δοκιμάσεις να περάσεις από τους μπάτσους. Έμεινε ο ιστορικός διάλογος ανάμεσα σε αυτόν που πήγε να βγάλει τις φωτοτυπίες και τους υπόλοιπους: «Καλά, ρε μαλάκα, γιατί έβγαλες εκατό φωτοτυπίες με το ίδιο όνομα»-«αφού αυτό το όνομα ήταν τυπωμένο στο κανονικό εισιτήριο που φωτοτύπησα»-«δεν μπορούσες να το κρύψεις και να γράψουμε άλλα ονόματα στις φωτοτυπίες»-«πώς να το κρύψω, θα χαλούσε το κανονικό εισιτήριο»-«ας το έσβηνες στην πρώτη φωτοτυπία»-«αφού έβγαλα μαζί και τις εκατό»-«ας έβγαζες μόνο μία, και στην πρώτη μία φωτοτυπία να έσβηνες το ονοματεπώνυμο και να τύπωνες άλλες ενενήντα εννιά χωρίς στοιχεία, να τα γράφαμε μετά»-«ενενήντα εννιά ή εκατό με είχατε πει»-«εκατό»-«ε, τώρα τι με λέτε ενενήντα εννιά»-«που λέει ο λόγος»-«ναι, αλλά θα έμενε ένας απ’ έξω αν είχα βγάλει ενενήντα εννιά»-«τώρα μένουμε και οι εκατό απ’ έξω»-«ενενήντα εννιά»-«γιατί»-«ο ένας έχει κανονικό εισιτήριο».

Καλά ήταν. Έγιναν οι συστάσεις από την κυρία Κασσαβέτη, που τώρα περνάμε σε άλλη περίεργη κατάσταση, η «κυρία καθηγήτρια» είναι καμιά δεκαετία νεότερη από εμένα, οπότε τι κάνεις, πώς φέρεσαι, ρε πότε μεγαλώσαμε και τώρα σέβονται την ηλικία μας αυτοί που είχαμε ως πρότυπο σεβασμού κάποτε, από την άλλη εγώ όποτε ακούω «Κασσαβέτης» τον Καλιμπάνο σκέφτομαι, είναι από αυτούς τους συνειρμούς που συνηθίζω, Κασσαβέτης-Ρόουλαντς-Τρικυμία-Καλιμπάνος, απίστευτος Καλιμπάνος ο Ραούλ Χούλια, όλο πίστευα πως κάποια στιγμή θα ανοίξει η πόρτα της 4Α, όχι της κανονικής, αλλά αυτής του Πανεπιστημίου, θα μπει ο Καλιμπάνος και θα ουρλιάζει «εγώ ήμουν το αφεντικό εδώ πριν έρθετε εσείς, έρχεται θύελλα, έρχεται τρικυμία» και θα τρέχουν να σωθούν οι φοιτητές κι εγώ θα μείνω με τον Καλιμπάνο να του λέω «δεν θέλω να με αποκαλείς αφεντικό, δεν μου αρέσει» και τέτοια, φυσιολογικά πράγματα που σκαρώνει το απολύτως φυσιολογικό μου μυαλό καθημερινά. Δεν τα είπα αυτά στην Ορσαλία, την Κασσαβέτη, την καθηγήτρια, ντε, σκέφτηκα πως ίσως δεν χρειαστεί να με συναντήσει ξανά και ας μείνουμε στην πρώτη εντύπωση, πως «αυτός ο τύπος είναι φυσιολογικός άνθρωπος, ας του εμπιστευτούμε δυο ώρες πανεπιστημιακής μόρφωσης με τους μελλοντικούς απόφοιτους Πανεπιστημίου», τα κράτησα μέσα μου -ως τώρα, φυσικά, που τα καταγράφω, με το μανδύα της «συγγραφικής αδείας» που μπορώ να ισχυριστώ πως το κείμενο έχει στοιχεία μύθου και οποιαδήποτε ομοιότητα με πραγματικά πρόσωπα (δηλαδή εμένα) μπορεί να είναι συμπτωματική. Ξέρω, με πιστέψαμε πάλι.

Τα παιδιά άκουγαν χωρίς να παίζουν στο κινητό που ήταν ένα μικρό σοκ για μένα, συνηθισμένος στις παρέες με τους εικοσάρηδες που απλώς σου απαντούν κάθε τόσο δίχως να πάρουν τα δάχτυλα από τις οθόνες, μιλήσαμε για το τότε, για το πριν το τότε, για το τώρα, για το αύριο, υπήρξε ωραίος διάλογος στο τέλος όπου οι φοιτητές είχαν την ευκαιρία να λύσουν οποιαδήποτε απορία τους αλλά νομίζω πως δεν έλυσα καμία, έχοντας αυτό το χαρακτηριστικό που σου δημιουργώ έναν σωρό νέα προβλήματα όποτε απευθύνεσαι σ’ εμένα για να σου λύσω ένα. Περάσαμε και σε ζητήματα που δεν αγγίζονται εύκολα σήμερα, όπως η ακροδεξιά, ναζιστική απειλή στις κερκίδες, το χρήμα των προέδρων-ιδιοκτητών και πόσο επηρεάζει τους οπαδούς, ο ρατσισμός, ο σεξισμός, οι ουσίες. Ως επιδόρπιο, είδαμε και οπτικοακουστικό υλικό από τα ματς με την Παρί και τον Ολυμπιακό το 1992, όπου έτυχε να ερωτηθώ «ποια ήταν τα χειρότερα επεισόδια όπου ήμουν παρόντας» και αυθόρμητα μου βγήκε «αυτά εδώ», βλέποντας τι τράβηξε εκείνη η κακόμοιρη διμοιρία, η εγκλωβισμένη στο πορτάκι, ανάμεσα σε 4 και 4Α -όντως, μπορεί να έχω βρεθεί σε χειρότερες καταστάσεις, μπορεί να έχω φάει ξύλο και να έχω έρθει σώμα με σώμα σε αρκετές περιπτώσεις, αλλά εκείνο το απόγευμα δεν ξεπερνιέται με τίποτα, ειδικά αν λάβεις υπόψη και τις μεταγενέστερες συνέπειές του στη σύνθεση της κερκίδας.

Δεν ξέρω αν οι φοιτητές του συγκεκριμένου μαθήματος έγιναν σοφότεροι από το δίωρο που πολύ ευγενικά κάθισαν στις θέσεις τους και με άκουσαν να αναλύω ό,τι κατέβαζε η σουρεαλιστική μου μνήμη από τα χρόνια που πέρασα μέσα κι έξω από τα γήπεδα, αλλά σίγουρα για μένα ήταν σπουδαία η εμπειρία. Είχα και την Άννα στο ακροατήριο, οπότε με βόλεψε να της απευθύνομαι ως fact-checker κάθε απίθανης και απίστευτης ιστορίας («να, εδώ είναι, ρωτήστε την»), συνεπώς είχα την ευκαιρία να επεκταθώ όσο ήθελα. Ξεπέρασα και το απότομο χλώμιασμα όταν μου ζητήθηκε να δεχτώ ερωτήσεις στα αγγλικά, λέγοντας «φυσικά» αλλά δίχως να το πιστεύω και αποδείχτηκε πως η φοιτήτρια δεν μιλούσε αγγλικά αλλά αμερικάνικα, τα οποία ακούω, καταλαβαίνω και ομιλώ άπταιστα, σε αντίθεση με τα αγγλικά, που τα διδάχτηκα επί χρόνια, έχω πτυχία, αλλά με Άγγλο να συνεννοηθώ δεν κατάφερα ποτέ -ολόκληρη συνέντευξη στο BBC ακύρωσα επειδή δεν καταλάβαινα από το τηλέφωνο πότε θέλει να βρεθούμε ο τύπος. Και όταν λέω «BBC» εννοώ το κανονικό BBC, δηλαδή το British Broadcasting Corporation, τον περασμένο Αύγουστο, μην πιστέψει κάποιος ότι το κάνω λογοπαίγνιο με το BBC του Μπατμανίδη, το Babis Batmanidis Co(m)pany, αυτός ήταν καλεσμένος δικός μου σε παρουσίαση πριν λίγο καιρό και, κρίμα, είχε την ιδέα να δώσω συνέντευξη στο κανονικό BBC με μπλουζάκι του δικού του BBC και να τους τρελάνουμε όλους παγκοσμίως, αλλά δεν προλάβαμε να το κάνουμε, ο Adam ή πώς τον έλεγαν τον δημοσιογράφο είχε αναχωρήσει για Αγγλία και ήταν η πρώτη φορά που συνεννοηθήκαμε επειδή μου έστειλε μήνυμα, «άι χόουπ γουί τοκ μάι νεξτ τάιμ ιν Γκρις» -αν στείλεις πάλι μήνυμα, θα τα πούμε, αν με πάρεις τηλέφωνο δεν μας βλέπω να βρισκόμαστε.

Η Άννα, πάντως, μου είπε πως «μίλησα πολύ ωραία με την κοπέλα στα αμερικάνικα» και πως την εξέπληξα -να βλέπεις κι εσύ τόσες σειρές, να μάθεις τη γλώσσα όπως εγώ, καλή μου. Σ’ αυτήν, την Αμερικάνα, που η ερώτησή της ήταν ξυράφι και είχε ως θέμα τη «συμβίωση» των Παοκτσήδων στην κερκίδα με τους ναζί, που θεωρώ πως ίσως να ήταν η μοναδική στιγμή που μίλησα απολύτως σοβαρά και, «για μένα», που λέει ο Λούτσε, της απάντησα όπως θα απαντούσα στον εαυτό μου, δίχως να κρύβομαι και δίχως να βάζω το πράγμα κάτω από το χαλί, της έγραψα αφιέρωση στο αντίτυπο που είχε φέρει μαζί της, μιας και με ενημέρωσε πως κατάγεται από το Σικάγο: «Chicago, thank you for Mr. Good News». Ελπίζω να γνωρίζει -κι αν δεν γνωρίζει να μάθει- πως αυτός ο κύριος ήταν ό,τι πιο συναρπαστικό έχω δει στη ζωή μου να αγωνίζεται με την ασπρόμαυρη φανέλα.

Μια Εποχή Στο Τσιμέντο

ISOVITIS COVER 400Η ενηλικίωση ενός εφήβου στις τσιμεντένιες κερκίδες της δεκαετίας του ’90, μιας συναρπαστικής οπαδικής περιόδου που άφησε σακατεμένους όσους επέζησαν από τις παγίδες της. Οι εκδρομές, τα συνθήματα, οι πέτρες, τα κλομπ, η πρέζα που μύρισε κάθε φλέβα δεμένη με δίχρωμο κασκόλ.

Ο παράλληλος κόσμος που οι περισσότεροι αγνοούν ή προσποιούνται πως αγνοούν – μια ωδή στην κοινή ουτοπία των «χούλιγκαν», στα παιδιά που δε μεγάλωσαν, στις ζωές που δε θα αφηγηθεί κανείς πέρα από όσους τις είδαν να σβήνουν, Κυριακή με Κυριακή, στις γαλαρίες των πούλμαν και στα κάγκελα των γηπέδων.

Συνάμα, μια νοσταλγική ματιά, σε πρώτο πρόσωπο, από ένα μέλος της κερκίδας του ΠΑΟΚ, που απλώνει στο χαρτί καθετί σοβαρό ή αστείο, σημαντικό ή ασήμαντο μπορεί να ανασύρει από τη μνήμη του, από την πρώτη του στιγμή στους καπνούς του πετάλου μέχρι την τραγωδία που έκλεισε και σημάδεψε ολόκληρη τη δεκαετία, ορίζοντας και το τέλος της «Old School» γενιάς που έθεσε τους κανόνες της οπαδικής ζωής ουρλιάζοντας, χοροπηδώντας κι αιμορραγώντας στα γήπεδα και στους δρόμους.

FB